-Προχθές βρεθήκαμε με κάτι παλιούς φίλους και πήγαμε για κρασί. Μέσα σε δυο ώρες είχαμε γίνει ντάμπετερ.

Σημαίνει τελείως, εντελώς, πέρα ως πέρα, στα άκρα, στο τέρμα, δεν πάει άλλο, δε σηκώνει περισσότερο, έχει λήξει, δεν χωράει άλλο, δεν παίρνει άλλο, δεν πάει παρά πέρα κλπ Λέγεται και ντάμπιτερ η και νταμπιτέρ. Απο το τούρκικο “da biter” που σημαίνει τέλος, άκρη τελειώνω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified