Η μυρωδιά του πλοίου που κατατρύχει τους ναυτικούς.
Βοή της σφυρίχτρας, ομίχλη, ζέστη, κούραση, ανακατώνονται.....
Γδύσου. Θα σου δώσω για φόρεμα το πούσι… Θα πιω άλλο ένα, για χάρη της
θάλασσας… Για χάρη της γοργόνας πο ’χω στο μπράτσο µου. Που σαλτάρει
στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το
πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας. Όταν
πιάνουμε στεριά για καιρό, μαραζώνει και χάνει τα χρώματά της… Ένα
σπιτάκι στην εξοχή. Να κοιμάσαι μια βραδιά στα δυο χρόνια. Δίχως
γυναίκα στο πλάι σου. Το πρωί να σαλπάρεις… Πάλι το ντάκα ντούκου της
μηχανής, η μυρωδιά της λάντζας, ή βαπορίλα, ο μάγερας που κόβει τα
νύχια του με το μαχαίρι της κουζίνας. Βάρδια γιερνέ, γιατάκι με
κοριούς, επισκευές, μυρωδιά της μοράβιας, πίσσα βρασμένη, απόπατοι
δεξαμενής, νερό θολό στο μπουγέλο. Νερό µε τρίχες από λιοντάρια,
ποταμίσιο, μαγαρισμένο από κροκόδειλους, βρομόλογα στο τραπέζι,
τσικνισμένο ρυζόγαλο, βλαστήμια για καλημέρα, αρρώστια της λαμαρίνας.
Σκάτζα βάρδια με τράβηγμα από το χοντρό δάχτυλο του ποδιού. Βίρα.
Φούντο. Σταυροδρόμι… ΒΑΡΔΙΑ.... Νικος Καββαδιας...