Selected tags

Further tags

Η μυρωδιά του αλμυρού θαλασσινού νερού και μεταφορικώς των καταστάσεων της θάλασσας.

Στα είκοσί του μπάρκαρε και από τότε τον έφαγε η θαλασσίλα.

Got a better definition? Add it!

Published

Η μυρωδιά του πλοίου που κατατρύχει τους ναυτικούς.

Βοή της σφυρίχτρας, ομίχλη, ζέστη, κούραση, ανακατώνονται.....
Γδύσου. Θα σου δώσω για φόρεμα το πούσι… Θα πιω άλλο ένα, για χάρη της θάλασσας… Για χάρη της γοργόνας πο ’χω στο μπράτσο µου. Που σαλτάρει στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας. Όταν πιάνουμε στεριά για καιρό, μαραζώνει και χάνει τα χρώματά της… Ένα σπιτάκι στην εξοχή. Να κοιμάσαι μια βραδιά στα δυο χρόνια. Δίχως γυναίκα στο πλάι σου. Το πρωί να σαλπάρεις… Πάλι το ντάκα ντούκου της μηχανής, η μυρωδιά της λάντζας, ή βαπορίλα, ο μάγερας που κόβει τα νύχια του με το μαχαίρι της κουζίνας. Βάρδια γιερνέ, γιατάκι με κοριούς, επισκευές, μυρωδιά της μοράβιας, πίσσα βρασμένη, απόπατοι δεξαμενής, νερό θολό στο μπουγέλο. Νερό µε τρίχες από λιοντάρια, ποταμίσιο, μαγαρισμένο από κροκόδειλους, βρομόλογα στο τραπέζι, τσικνισμένο ρυζόγαλο, βλαστήμια για καλημέρα, αρρώστια της λαμαρίνας. Σκάτζα βάρδια με τράβηγμα από το χοντρό δάχτυλο του ποδιού. Βίρα. Φούντο. Σταυροδρόμι… ΒΑΡΔΙΑ.... Νικος Καββαδιας...

Got a better definition? Add it!

Published

Εκτός από την ακρίδα και τον βήχα (ετυμολογία: αλβανικό karkalec + -ι < βουλγαρικό скакалец < скачам / skáčam (πηδώ) +‎ -алец) είναι και η άτσαλη βουτιά σε θάλασσα ή πισίνα.

Ώπα, καρκαλέτσι!

Got a better definition? Add it!

Published

Ο προλετάριος των παραλιών που δεν έχει ή δεν θέλει να πληρώσει ομπρέλα και ξαπλώστρα σε σχετική επιχείρηση και κάθεται στην άμμο με την πετσέτα του.

Πολλοί πετσετάριοι έχουν αγκαλιάσει το κίνημα της πετσέτας που διεκδικεί ισότιμη πρόσβαση στους αιγιαλούς.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτό το περίεργο πράγμα - κυματισμός που παθαίνουν τα δάχτυλα μας όταν μένουν πολλή ώρα στο νερό.

Έκανα μπάνιο τόση ώρα που φαρφάτιασαν τα χέρια μου.

Got a better definition? Add it!

Published

Μεταφορικά ο πρωτάρης, ο μυρωδιάς, το πράσινο κέρατο, το τρυφερό πόδι. Όταν θες να κάνεις μια δουλειά σωστά, θα τον αποφύγεις. Μπορεί να είναι στη δουλειά μια μέρα ή δέκα χρόνια, δεν έχει διαφορά. Ο ναύτης αν το κάνει, δεν ξέρει πως, που, πότε, γιατί το κάνει. Στο πολεμικό αλλά και στο εμπορικό ναυτικό οι ναύτες είναι ικανοί από το να πνιγούν χωρίς κανείς να το πάρει χαμπάρι, μέχρι να βουλιάξουν το πλοίο.

-Πατέρα να πάω το αμάξι στο καινούργιο συνεργείο στη χαλανδρίου;
-Αυτοί είναι ναύτες ρε! Θα πάρω 'γω τον Μάκη να το πας από κει να το κοιτάξει.

Νίκος Κούκος

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κιρλαγκίτσι λοιπόν ήτανε ένας τύπος ελαφρού ιστιοφόρου πολεμικού πλοίου του 17-18ου αιώνα. Αγνοούσα παντελώς την ύπαρξή του, αργκό δε γκζέρω αν είναι, αλλά μυρίζει θάλασσα και μου άρεσε η τούρκικη ετυμό από το kırlangıç = χελιδόνι.

Παράδειγμα δεν έχει, εικόνα έχει κι άμα δε σας αρέσει να φύγετε, να πάτε αλλού.

Got a better definition? Add it!

Published

Ἀπαξιωτικὸς χαρακτηρισμὸς, ἀρχικὰ γιὰ σκὰφη (συνώνυμο τοῦ σκυλοπνίχτη) στὴ συνέχεια δὲ καὶ γιὰ ὀχήματα διαφόρων τὺπων, μὲ ἀφορμὴ τὸ πολύνεκρο ναυάγιο τοῦ ὀχηματαγωγοῦ "Ἡράκλειο" κοντὰ στὴν βραχονησίδα Φαλκονέρα στὶς 8/12/1966.

Ὁ ὅρος χρησιμοποιήθηκε κατὰ τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ '60 καὶ τὴ δεκαετία τοῦ '70 καὶ μετὰ ξεχάστηκε.

Καὶ τὴ λὲς βαπόρι αὺτὴ τὴ φαλκονέρα; Ἐγὼ οὔτε γράμμα δὲ στέλνω.

Γιὰ ἄλλα ὀχήματα βρῆκα αὐτὸ:

Δύο μνημειακά τρόλεϊ, ένα εκ των οποίων μοναδικό στον κόσμο, παραλίγο να δημοπρατηθούν την Τετάρτη για σκραπ, αφού εκ παραδρομής είχαν μπει σε κατάλογο οχημάτων της ΟΣΥ ΑΕ προς εκποίηση.

H ιστορική «Φαλκονέρα», το μοναδικό τρόλεϊ που κατασκευάστηκε στην Ελλάδα, εν ώρα υπηρεσίας

Το πρώτο όχημα, με αριθμό κυκλοφορίας 1127, είναι η διάσημη «Φαλκονέρα», η οποία κατασκευάστηκε το 1967 και κυκλοφόρησε στους δρόμους της Αθήνας, με πλαίσιο Lancia, ηλεκτρικό εξοπλισμό CGE και αμάξωμα ελληνικής κατασκευής Βιαμάξ. Πρόκειται για το μοναδικό τρόλεϊ που παράχθηκε στην Ελλάδα και είναι ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας. ἐδῶ

Βλ. και Φαλκονέρα lines.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ψαρὰς ποὺ ψαρεύει μὲ ἐκρηκτικὰ, συνήθως δυναμίτη.

Ἰδιαίτερα καταστρεπτικὸς, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνος τρὸπος ψαρέματος. Τἰς παλιότερες ἐποχές ἔβλεπε κανεὶς στὰ νησιὰ πολλοὺς ψαράδες μὲ κομμένα χέρια, τοὺς πιὸ "τυχεροὺς". Οἱ ἄτυχοι "ἁναπαύονταν" στὸ κοιμητῆρι τοῦ νησιοῦ, ἐνῶ ἀπὸ κάποιους δὲ βρίσκανε οὔτε κομμάτι γιὰ νὰ θάψουν.

Ξακουστοὶ φουσεκάδες ἦταν οὶ Σπετσιῶτες, ποὺ κρατοῦσαν (κατὰ τὰ λεγόμενά τους) τὴν παράδοση τῶν παλιῶν μπουρλοτιέρηδων! Σχετικὸ τὸ πρῶτο παράδειγμα ποὺ "ψάρεψα" στὸ γούγλη.

Τὰ φουσέκια τὰ φτιάχνανε ἀπὸ δυναμὶτη, ποὺ ἔβρισκαν ἀπὸ τὰ λατομεῖα. Ἀπαραίτητα ἐπίσης ἦταν τὸ καψοῦλι καὶ τὸ βραδύκαυστο φυτίλι, ποὺ τὰ ἔβρισκαν ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ. Ἀργὸτερα "ἐκσυγχρονίστηκαν" κι ἔριχναν μπουκάλες ὑγραερίου, πραγματικὲς βόμβες βυθοῦ, ποὺ "σήκωναν καὶ τὶς πέτρες ἀπὸ τὸν πάτο τῆς θάλασσας".

Ἑτυμολογία: Από το φισέκι > Τουρκ. fişek (αντιδάνειο εκ του φυσίγγιο). Ἀπὸ 'δῶ

Ο Περικλής ο Μπούμπουλης έκανε πολλά καλά στους φουσεκάδες. Τους πιάνανε, τους πηγαίναν στ’Ανάπλι και πήγαινε ο Περικλής και τους έβγαζε. Με τον πατέρα δούλευε ένα παιδί, λιγάκι χαζό που έβγαινε και πουλούσε στα σπίτια. Πάει και στου αστυνόμου, πόσο κάνουν, τόσα. «Γιατί είναι πιο φτηνά;», ρωτά ο αστυνόμος. «Γιατί είναι από φουσέκια» του λέει το παιδί. Κι έπιασε τον πατέρα. ἐδῶ

Τὸ δεύτερο παράδειγμα μοῦ τό 'χουν διηγηθεῖ γιὰ πραγματικὸ. Μπορεῖ ὅμως νά 'ναι καὶ ἀνέκδοτο. Δὲν περιέχει τὴ λέξη ἀλλὰ εἶναι σχετικὸ.

Στὴν Κατοχὴ ἕνας ρακένδυτος πιτσιρικὰς μάζευε γόπες ἀπὸ τσιγάρα στὸ πεζοδρόμιο. Ὅπως εἶχε σκύψει τοῦ 'φυγε μιὰ πορδὴ. Τότε ὁ καλαμπουρτζῆς τῆς παρέας, ποὺ ἦταν ἀραχτὸς μπροστὰ στὸ καφενεῖο, φώναξε σὲ ἄπταιστη καθαρεύουσα:

"Χωροφύλαξ συλλάβατε τὸν μικρὸν. Ἁλιεύει γόπας διὰ δυναμὶτιδος!"

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πάσσαλος πρόσδεσης σκάφους ,δέστρα. Μπορεῖ νὰ βρίσκεται στὸ μόλο (φωτ.1) ἤ πάνω στὸ σκάφος (φωτ.2) (τονοδέτης, δέστρα επί του πλοίου, κίονας, κίονας πρόσδεσης σχοινιών, κιονίσκος μπαμπαδέλι ἐδῶ)

Πριν δέκα μήνες, στις 16 Αυγούστου 2001 βρισκόταν στην πρύμη του πλοίου και κατέβαζε τους καταπέλτες, όταν πάνω στο ρεμέτζο στην Παροικιά της Παρου κόπηκε σύρριζα η μεσαία μπίντα (τονοδέτης), δίχως μάλιστα να κοπεί ο κάβος, και τον σκότωσε ακαριαία. ἐδῶ

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

Ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸ bitt: δέστρα σκάφους, "μπαμπάς", μπίντα ἐδῶ

Εἶχα ὑπ' ὅψιν μου καὶ μιὰν ἄλλην ἐτυμολογία, ἀπὸ τὸ Ἰσπανικὸ pinta:βαμένη, ἀλλὰ μετὰ τὴν πρώτη (ποὺ βρῆκα στὸ διαδίκτυο) ἡ δεύτερη μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ εἶναι σωστὴ.

φωτ. 1φωτ. 2

Ἡ ἴδιες ὀνομασίες ἰσχύουν καὶ γιὰ τὰ παραδοσιακὰ ξύλινα σκάφη, ὅπου φυσικὰ οἱ δέστρες εἶναι ἀπὸ ξύλο, ποὺ οἱ παλιοὶ καραβομαραγκοὶ σκάλιζαν στὸ χέρι μὲ πολὺ μεράκι φτιάχνοντας κομψοτεχνήματα. Ἐδῶ μπίντες ἔλεγαν τὶς κεντρικὲς δέστρες ποὺ ἦταν τοποθετημένες στὴν πλώρη καὶ στὴν πρύμη τοῦ καϊκιοῦ καὶ ἦταν γερὰ στερεωμένες μὲ χοντρὲς βίδες (στριφώνια) στὸν κεντρικό ἄξονα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους. Ἐνῶ μπαμπάδες ἔλεγαν τὶς μικρότερες δέστρες ποὺ ἦταν τοποθετημένες στὶς δυὸ πλευρὲς τῆς πρύμης καὶ τῆς πλώρης καὶ ἦταν στερεωμένες στὸν πλευρικὸ σκελετὸ τοῦ σκάφους. Σὲ μικρότερα σκάφη, ἰδιαίτερα στὰ ἁλιευτικὰ, οἱ μπαμπάδες ἦταν "φυτευτοὶ" στὶς κουπαστὲς γιὰ ν' ἀφαιροῦνται ὅποτε ἐμπόδιζαν τὸ ρίξιμο ἤ τὸ σήκωμα κάποιων ἁλιευτικῶν ἐργαλείων (δίχτυα, παραγάδια, τράτα κλπ).

Μεταφορικῶς λέγεται καὶ γιὰ χαζοὺς, ἄμυαλους ανθρώπους. Ἄν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη μου τὴν ἔχω διαβάσει σὲ κάποιο πεζὸ τοῦ Καββαδία.

Καλὸ παιδὶ, δὲ λέω, ἀλλ' ἀπὸ μυαλὸ σκέτη μπίντα!

Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἄς αναφερθοῦμε καὶ στὸ "μπίντα γιάλα" ρεμπέτικο τοῦ Παναγιώτη Τούντα ἠχογραφημένο το 1932 μὲ τὴ Ρόζα Ἐσκενάζυ καὶ το 1933 μὲ τὸ Στελλάκη Περπινιάδη, μὲ παραλλαγμένους στίχους ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο ἀπαντοῦσαν στὸ ἐρωτικὸ κάλεσμα της πρώτης ἠχογράφησης. Ἀπὸ σχετικὴ ἔρευνα στὸ διαδίκτυο, ἐνῶ βρῆκα τὴν ἐτυμολογία τοῦ γιάλα (Τουρκικὸ yallah προτρεπτικὸ ἐπιφώνημα: ἐμπρὸς!, ἄντε! ἐδῶ), δὲν βρῆκα κάποια πιθανὴ ἐτυμολογία τοῦ μπίντα. Πάντως στὴν πρώτη ἠχογράφηση ἡ Ρόζα λέει μπίντι γιάλα καὶ, ὅπως βρῆκα ἐδῶ ...η λέξη "bint" στα αραβικά σημαίνει "κόρη" και "κορίτσι" και "binti" σημαίνει "κόρη μου", "κορίτσι μου".

ΜΠΙΝΤΑ ΓΙΑΛΑ

Τὸ τραγούδι πάντως καθιερώθηκε ὡς Μπίντα γιάλα καὶ ἔγινε μάλιστα καὶ προσωνύμιο τοῦ παραδοσιακοῦ μουσικοῦ Νίκου Καλαϊτζῆ, ἀπὸ τὸ Μεσότοπο τῆς Λέσβου ποὺ ἔγινε γνωστὸς ὡς Μπινταγιάλας ἐδῶ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified