Εναλλακτικό του πούτσος / πούτσα.
πούτσος -> πούλος -> σούλος.
Από τη τακτική του «αλλάζω ένα γράμμα για να διαφοροποιηθώ». Μπορεί να ειπωθεί και «κούλα»
Εναλλακτικό του πούτσος / πούτσα.
πούτσος -> πούλος -> σούλος.
Από τη τακτική του «αλλάζω ένα γράμμα για να διαφοροποιηθώ». Μπορεί να ειπωθεί και «κούλα»
Got a better definition? Add it!