Να μήν ξεχνάμε και τον Ιβιτσα Οσιμ που ήταν κττμγ ο πρώτος επώνυμος που δήλωσε πως η μπάλα είναι πόρνη.
τσονια πιτσονια, σαβουριαζα μια πίτσα τωρα
[I]Εβρήκαμε κι ένα γέρο, έναν Κασιώτη που είχεν 'πομείνει εκεί από χρόνια, το μπάρμπα-Γιάννη. Μας είπεν ότι ήτο σαράντα πέντε χρόνια στην Αργεντίνα. Του Μιχάλη του Στάτη αερφός. Ήξερα καλά τον αερφό ντου. Εξέμεινεν, εξώκοιλε, να πούμε, ο άθρωπος. Μπατίρης, αλλά επειδή επηαίνανε ταχτικά εκεί κασιώτικα βαπόρια, δεν εκαταδεχότανε να γίνει πετσοκόμης. Ήβρισκες τότες εκεί λογιώ λογιώ - Πολωνούς, Ιταλούς, Τούρκους, Γάλλους, Ισπανούς, αλλά και καμπόσους Έλληνες - του σκοινιού και του παλουκιού...Επηαίνασι να βρούνε την τύχη ντους, αλλά εκαταλήγανε πετσοκόμηδες. Νταβαντζήδες να πούμε, ή τίποτα κοντραμπαντατζήδες, κλέφτες, τέτοια...Γιατί η Αργεντίνα ήτονε μεν πλούσιο μέρος, αλλά δεν είχε δουλειές, όπως φερ' ειπεί η Βόρειος Αμερική...
Να σου κάμω την ιστορία μου...[/I]
Μαν. Μαυρολέων, Κέδρος 1997.
αυτό πια... μάστιγα στην αγορά.
Τσόνια εμείς μικροί λέγαμε τα σπουργίτια.
Απ' όσο ξέρω όχι.
Έχει ενδιαφέρον το ότι μέχρι τις αρχές των 60αζ (τουλάστιχον) ο όρος black εθεωρείτο προσβλητικός από τους μαύρους στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με τα καθιερωμένα negro ή colored (που σήμερα αποσύρθηκαν ανεπιστρεπτί). Πέον επίσης να σημειωθεί ότι τα απολύτως ρατσιστικά (όταν απευθύνονται από λευκό προς μαύρο) nigger ή nigga (όπως και το negro) υιοθετήθηκαν με θέρμη για χρήση μεταξύ σλανγκενεργών μαύρων και χιπχοπάδων (Βλ. yo, ma negro, you be mah main nigger, niggaz with attitude, κλπ)
Μαθήματα δημοκρατίας από τον Lars von Trier (για να πούμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα): στο Nymphomaniac 2 , η Joe (Charlotte Gainsbourg) αποκαλεί τους αφροεπιβήτορες της negros. Όταν ο Seligman εξίσταται ότι δεν είναι πολιτικά ορθό, αυτή απαντά: «Every word removed from the language is another brick removed from the wall of democracy.»
Πως ξεχωρίζεις έναν κοινό φυτούκλα από ένα νέρντουλα με Αsperger; Τους βάζεις να διαλέξουν μεταξύ βιβλίου ή e-book, βινύλιου ή mp3 κλπ.
Πως όμως ξεχωρίζεις ένα νέρντουλα με Αsperger από ένα κοινό φετιχιστή;
Ινσέψιο: ο Κυρ Μέντιος ανεβάζει λήμμαν περί γαϊδουροτσαπούς.
Σχετικά με το δεύτερο μήδι με το book sniffing, έγινα κάποτε μάρτυρας του εξής, δουλεύοντας με παιδιά κι εφήβους με σύνδρομο Asperger (μορφή αυτισμού): δύο συνομήλικοι έφηβοι με αυτή τη διάγνωση είχαν αρχίσει να κάνουν παρέα, και σε ορισμένες συναντήσεις τους ήμουν κι εγώ με διευκολυντικό ρόλο. Σε μια από αυτές έτυχε να έχουν πρόσφατα αγοράσει και οι δυο το καινούργιο FIFA (ή pro, δε θυμάμαι, video game ποδοσφαιράκι). Τους παρώθησα να μιλήσουν μεταξύ τους σχετικά με αυτό, κι ο διάλογος ήταν ο εξής:
- Πήρες το καινούργιο FIFA;
- Ναι.
- Πώς σου φάνηκε το βιβλιαράκι. Το μύρισες;
- Ναι, πολύ καλό.
(δηλαδή, η προτεραιότητά τους ήταν το πως μυρίζει το συνοδευτικό booklet του παιχνιδιού. Οι αυτιστικοί έχουν πάρα πολλές αισθητηριακές ιδιοτροπίες, είναι μέγιστοι τουκανιστές και όσο για το αν κατασκευάστηκε ο νέρντουλας με πρότυπο τον Αsperger ή το ανάποδο είναι κάτι σαν το αυγό και την κότα).
Αλλη εκδοχή έχει ¨πιδέξια σκέλια‘, απο το δίστιχο
Τ’αμπέλια θεν αμπελουργούς και τα καράβια ναύτες
και τα μεταξωτά βρακιά θέλουν πιδέξια σκέλια
Στις ΗΠΑ, από την δεκαετία του 1970, η χρήση της λέξης «νέγρος» (προσοχή: negro, όχι nigger) έχει περιοριστεί σημαντικά, στην αρχή υπέρ της λέξης «μαύρος» (black) και έπειτα υπέρ της σύνθετης «αφροαμερικανός» (afro-american και μετά african-american). Στα βρετανικά αγγλικά νομίζω πως τα πράγματα είναι παραπλήσια (από άποψη ορολογίας πάντα).
Στα ελληνικά δεν ακολουθούμε τις εξελίξεις αυτές στην ταχύτητά τους διότι ο απόηχος των πραγματικών και γλωσσικών αυτών ζητημάτων φτάνει λιγότερο θεαματικά και οπωσδήποτε αργότερα.
Στην Ελλάδα, περαιτέρω, πέρα από τη σημασία των ίδιων των λέξεων, η ανοχή και η ατιμωρησία απέναντι στη ρατσιστική έκφραση τόσο σε μέσα ελεγχόμενα ή εποπτευόμενα από το κράτος (κρατική και ιδιωτική τηλεόραση και ραδιοφωνία) όσο και σε άλλα (εφημερίδες, blogs, ιστοσελίδες κλπ) είναι δυσάρεστα μεγάλη. Από την προσωπική μου εμπειρία και χωρίς ακριβή στοιχεία, θυμάμαι πως ήταν ήδη μεγάλη από την περίοδο της πρώτης μετανάστευσης των Αλβανών στη χώρα, εκεί περί το 1991-1992. Νομίζω πως έβαινε αργά μειούμενη στα επόμενα χρόνια, για να γνωρίσει νέα απογοητευτική και εξοργιστική αύξηση από τα τέλη της δεκαετίας του 2000. Ήταν η ίδια περίπου περίοδος που άρχισε να αποκτά εκλογική επιρροή η Χρυσή Αυγή, πρώτα στο Δήμο Αθηναίων και έπειτα σε ολόκληρη την επικράτεια. Η ρατσιστική (ανάμεσα σε άλλα) ρητορική της βρήκε ευρέως ανέτοιμους επαγγελματικά, αμήχανους και φοβισμένους αλλά συχνότατα πρόθυμους και ενθουσιώδεις ακροατές και συνομιλητές στο πρόσωπο δημοσιογράφων, κυρίως τηλεοπτικών αλλά και ραδιοφωνικών και της έντυπης.
Για να επανέλθω στο λήμμα, ενδεικτικό για το πόσο απαράδεκτη θεωρείται η λέξη nigger (που στα ελληνικά παγίως μεταφράζεται ως «αράπης») στον αγγλοαμερικανικό κόσμο, είναι η πρόσφατη περίπτωση της χρήσης της από τον Jeremy Clarkson, παρουσιαστή της εκπομπής Top Gear: Σε υλικό από γύρισμα για τις ανάγκες της εκπομπής, φαίνεται να διαλέγει μεταξύ δύο αυτοκινήτων τραγουδώντας ένα αγγλικό αντίστοιχο του ελληνικού «αμπεμπαμπλόμ». Το τραγούδι, σε κάποια από τις παλιές του διατυπώσεις, περιέχει τη λέξη nigger, την οποία φαίνεται να μουρμουρίζει (μάλλον ακατάληπτα) ο Clarkson. Το υλικό αυτό δεν μεταδόθηκε διότι δεν χρησιμοποιήθηκε στο μοντάζ, πέρασε ωστόσο στην κατοχή της εφημερίδας Daily Mirror που το δημοσίευσε. Ο παρουσιαστής στην αρχή αρνήθηκε τη χρήση του όρου, στη συνέχεια όμως, υπό το βάρος πολλών αντιδράσεων (που ζητούσαν την απόλυσή του από το BBC) υποχρεώθηκε σε δημόσια συγγνώμη. Συνετέλεσαν, βέβαια, οι πολλές έως τώρα παραπλήσιες συμπεριφορές του.
Προσωπικά, συμφωνώ επί της αρχής ότι είναι θεμιτός ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης με την τιμωρία της κακόβουλης χρήσης ρατσιστικών χαρακτηρισμών. Ως τιμωρία εννοώ φυσικά την ποινική αλλά και, δευτερευόντως, τις πειθαρχικές, επαγγελματικές και διοικητικές συνέπειες. Για παράδειγμα, είναι θεμιτό να (πρέπει να) τιμωρηθεί πειθαρχικά ένας δικηγόρος που θα πει «εγώ αράπηδες δεν υπερασπίζομαι» (ή στην πιο υποθετική περίπτωση που θα πει «εγώ υπερασπίζομαι μόνο αράπηδες, γιατί πληρώνουν καλύτερα»).
Ωστόσο, παρ' όλο που με ενδιαφέρει και με ευχαριστεί να διαβάζω για αποδοκιμασία και τιμωρία της ρατσιστικής έκφρασης, μερικές φορές δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάζομαι κιόλας. Κι αυτό γιατί, αφενός μεν οι αποδοκιμασίες αυτές συνυπάρχουν με διάφορες άλλες, λιγότερο συνήθεις αλλά εξίσου οξείες, μορφές ρατσιστικής έκφρασης, ακόμα και στην ίδια εφημερίδα την ίδια ημέρα, αφετέρου δε φανερώνουν μια κοινωνική και πολιτική νευρικότητα και μια προσπάθεια υπερακόντισης του (όποιου) εν τοις πράγμασι ρατσισμού, μέσω του περιορισμού του στο γλωσσικό πεδίο (βλ. και σχόλια στο λήμμα μαύρικος). Η νευρικότητα αυτή αποτυπώνεται στην μεγάλη αυστηρότητα που επιδεικνύεται στους παραβάτες, αυστηρότητα που, όταν είναι δυσανάλογη, σχεδόν σίγουρα λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να ξεπλύνει τις αμαρτίες του πολύς κόσμος και πολλοί οργανισμοί.
Μήπως στα κυπριακά ελληνικά η λέξη «πάπια» έχει και καμιά άλλη σημασία, έστω παρεμφερή; Ένας τίτλος άρθρου σε κυπριακή εφημερίδα λέει: «Πάπιες» οι Τούρκοι για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας. Αν εννοεί ότι οι Τούρκοι «κάνουν την πάπια», φαίνεται ότι εισάγει την αδόκιμη σημασία της έκφρασης στην βασική της λέξη. Στα ελλαδίτικα ελληνικά νομίζω ότι δεν θα το λέγαμε αυτό. Ενδεχομένως να λέγαμε «κινέζος/αμερικάνος ο γείτονας για τα λεφτά που μου χρωστάει», αντί «κάνει τον Κινέζο».
Επίσης και «κάνω τον Αμερικάνο». Βλ. και κάνω τον γερμανό.
Τώρα που πέθανε κι ο Περιπατητής φαντάζομαι είμαστε ασφαλέις;
ποπ-κόρν μυρίζει, ο κώλος σου σφυρίζει...
αυτά παθαίνεις όταν παραβιάζεις την αργία της εργατικής πρωτομαγιάς, κάνεις γραμματικά λάθη
Για το υπερκειμενικό του πράγματος, να αναφέρουμε κι εδώ ότι ο «κοθόρνος», ό,τι πιο κοντά σε πλατφόρμα είχαν στην αρχαία Ελλάς, ήταν σλανγκ λέξη για τους πολιτικάντηδες κωλοτούμπες και κυβιστήρες, και γενικά για τους ΟΦΑ, επειδή τα χοντροπάπουτσα αυτά, είδος μπότας που φορούσαν ηθοποιοί αλλά και κυνηγοί, ταιριάζαν και στο αριστερό και στο δεξί πόδι. Αναφέρεται στα Ελληνικά του Ξενοφώντα, τα πουλάνε τώρα 2 ευρώ στην απολαυστική μετάφρα από Ρόδη Ρούφο.
Ουδέν κρυφτόν υπό του Σλανγκ, πωλώ δε μ΄άλλον υπό του Χανκ, το ανέφερε ανπασάν-παρεπασάμ σε σχόλιο το 2009.
Pogo In Togo - United Balls (1980)
Chaos in Laos - drums in the slums
no more bango in Kongo but pogo in Togo.
Samba in Uganda
samba in Uganda -
pogo in Togo
pogo in Togo -
Coca-Cola in Angola
Coca-Cola in Angola.
Chaos in Laos - drums in the slums
aruba in Kuba
hey
only banana in Ghana.
Samba in Uganda
samba in Uganda -
pogo in Togo
pogo in Togo -
Coca-Cola in Angola
Coca-Cola in Angola.
And pogo
pogo in Togo
pogo in Togo
Coca-Cola in Angola
Coca-Cola in Angola and pogo -
pogo in Togo
pogo in Togo -
Coca-Cola in Angola
Coca-Cola in Angola
Coca-Cola in Angola.
Στα mid '70s (που ήταν της μοδός οι πλατφόρμες για 2η φορά, γιατί στα late '00s είναι η 3η) λεγόταν μονοκατοικίες. Κάποιο διάστημα υπήξρξαν και παραλλαγές με κενά ανάμεσα στα στρώματα του τεράστιου φελένιου (για λόγους βάρους) όγκου που κλήθηκαν πολυκατοικίες. 'Ετυμο άγνωστο.
Θυμάρι και φασκόμηλο, σε πιο ρουστίκ.
Δες και τα ξεπερτσινιάζω / ξεπερτσικώνω και περτσινώνω
Επιβεβαιώνω τους ορισμους και την ετυμολογία του deino, αλλά τώρα που οι σιψάντηδες είναι πιό οργανωμένοι, οι πιτσικόμηδες είναι περισσότερο στην εξυπηρέτηση των ναυτικών παρά των πλοίων. Σαν χαρακτηρισμός είναι μειωτικός, γιατί παραπέμπει σε άτομα που μετέρχονται διαφόρων μικροεξυπηρετήσεων έναντι αμοιβής ή ποσοστού. Η κάστα περιγράφεται γενικά ως πιτσικομαρία. Από την άλλη είναι εξυπηρετικοί, ειδικά σέ μυστήρια μέρη γιατί ξέρουν και μπορούν να σου βρούν τά πάντα (από μπαταρία για το ρολόι μέχρι πού γαμάνε κώλο).
Άλλη ομάδα εμπορευομένων με το πλοίο ειναι οι μικροέμποροι (ή/και μικρολαθρέμποροι) που σε κάποια λιμάνια, στον Παναμά, στή ράδα, ανεβαίνουν και στήνουν «πάγκο» πάνω στο βαπόρι οι λεγόμενοι μπομπότηδες. Καποιοι απ αυτούς κάνουν και ανταλλαγές δηλ. είδος έναντι είδους, και συχνά οι γυναίκες μπομπότισσες τραβάνε και καμιά πίπα στη καμπίνα.
το πιτσικάρω οι λεξικατζήδες το δίνουν σαν συνώνυμο του πετσικάρω που σημαίνει την στρέβλωση, την παραμόρφωση (συνήθως κύρτωση) μιας επιφάνειας ή ενός αντικειμένου, κοντά σ' αυτο της Galadriel για την πόρτα. Πρόχειρα ψάχνωντας, το είδα (το πετσικάρω) σαν αγνώστου ετύμου.
Εγώ, επειδή ο πατέρας μου ήταν τσαγγάρης, πάντα πίστευα οτι βγαίνει απο το πετσί, τό δέρμα (ιδίως το σολόδερμα) που όταν βραχεί μετα σκληραίνει και κυρτώνει, σκεβρώνει, πετσικάρει. Πιθανώς να είναι παρετυμολογία ή ίσως οι λόγιοι δεν πακιάρονταν με πετσιά παρά μόνο με πετσάκια.
πάει κι αλλιώς: πως το πει; δλδ πως το 'πες, δεν άκουσα;
χαχαχχαχα, ήμουν με μια κοπέλα που μόλις είχα γνωρίσει μάλιστα και θα 'φευγε με την πρόφαση της νύστας ε και της κάνω, μη μου νυστάζεις τέτοια ώραα! Ε και όταν συνειδητοποιήσαμε τι είπα πεθάναμε :Ρ
Ίσως και το ξεμειναμένο μιλφ που μένει «μπουκάλα». Ή αυτή που ενδεχομένως χρησιμοποιεί μια μποκάλα παρηγορητικά (μύδι 6)
Οι ωοθήκες μου πάλλονται, perhaps;
googlαρε το rgel.crx και ίσως βρεις συσχετισμούς