δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο σε πιο γυναικείο ρε γκαμώτο; θέλω να λέω κι εγώ κάτι τόσο γειωτικό και εφάμιλλο των κουνιστών αρχιδιών.. χαχαχαχ
το χρησιμοποιούμε και σε υπέρτατα νεύρα.
κυρίως όταν δεν μπορείς να εκφραστείς ελεύθερα ή και στην περίπτωση που λήγεις απότομα ένα καυγά για να κλαψομουνιάσεις μετά... το δεύτερο εντάσσεται στην γυναικεία λογική πιστεύω.
το μουστάκι είναι μια απ' τις τρεις κατηγορίες, για να χαρακτηριζουν το στυλ της περισπωμένης στα χειρόγραφα παλιότερα. μουστάκι, τόξο ή ευθεία.
έχει γραφτεί για να δηλώσει το άψογο ή το σχήμα του μάλλον...
η εικόνα κορυφή ...
πλέον χίπστερ.
πως προκύπτει ρε παιδιά ;
χρησιμοποιείται και αν έχει ήδη καρφωθεί ο εξής τύπος όπως και καρτωμένος. πιο χαιδευτικά καρτάκιας.
«Όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε»= αμέσως μετά τη δύση του ήλιου (και λιγότερο πρίν την ανατολή του) όπου το κοκκίνισμα στον ορίζοντα δίνει μια παρόμοια εικόνα σάν να έχει πάρει φωτιά πίσω από το βουνό. Θεωρείται ως ιδανική ώρα για την «πόση» του ναργιλέ (πλανιέται μιά γλυκούρα στην ατμόσφαιρα...)
Σπεκανδρίτσα;
Τέλειο Χαλικούτη!
Τραγική ειρωνεία ότι το 2009 στον ορισμό έθιγα αυτούς που υιοθετούν μια ναζίσουσα πόζα για να τραβήξουν πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας δίκην τρολζ κτλ. τ. Λαρς φον Τρίερ κιετς. Πού να ήξερα ότι λίγο καιρό μετά ο απολύτως ειλικρινής ναζισμός θα ήταν μια δυνατή όψιον, και μάλιστα σχεδόν μαίηνστρημ!
Παίζει σίγουρα Αιτ/νία.
Καλόο!!
Η λέξη έπαιζε/παίζει και στην Πόλη. Η Ιορδανίδου κάπου γράφει για ένα γάμο που δεν ευδοκίμησε πως ήτανε κατσιποδιασμένος απ' την αρχή.
Τό χανε καταχωρημένο μρε συ μα δε μπειράζει, βλ. ατσιποδιάρης
Ωραίος! Είχε ποτέ χρησιμοποιηθεί είτε ως ονομασία είτε ως παρωνύμιο για κάποια εθνοτική ομάδα;
Ειναι απο τελη 70ς, τουλαχιστον, το θυμαμαι.
(Τον φουκαρά τον Κάζους Μπέλλι τον φάγανε λάχανο, ούτε το νυχάκι του δεν έμεινε)
Χαχαχαχαχα
Το «πιάνω / κρατώ / βαστώ τον παπά απ' τ' αρχίδια» πού ξέρω από τον Πάπα προήλθε;;
Παλιότερα, οι πλούσιοι είχαν το δικό τους στασίδι (έναντι δωρεάς υπέρ του ναού κλπ βεβαίως βεβαίως) σε διακεκριμένη σειρά και σε καποιες εκκλησίες υπήρχε και ταμπελίτσα με το όνομά τους. Μάλλον πήγαινε σετ με τον οικογενειακό τάφο. Αλλά και οι μόνιμοι θαμώνες είχαν τη θέση τους που δεν την έπαιρνε άλλος. Όπως και στα καφενεία.
Την εποχή περίπου που γραφόταν το λήμμα (Σεπτ '09) πήγα να βγάλω νέα ταυτότητα. Αντί λοιπόν του πιάνου που ήξερα, έβαλα το δείκτη σε ένα παπαράκι όμοιο μέ αυτό που έχουν για να παίρνουν την πίεση από το δάχτυλο το οποίο σκανάριζε το αποτύπωμα. Άρα πιάνο τέλος (τουλάχιστο για την ταυτότητα).
Ο Τσέκος δεν ήταν ο προπονητής των Κεντέρη - Θάνου το '04;;
Ωραίος. Στη «Βάρδια» ο Καββαδίας, μιλώντας για καφέ γράφει: Άφησα πανιόλο. Θα τονε πιώ στο μπουρίκι. Εννοώντας προφ τα υπολείματα που έμειναν στο μπρίκι μετά το σερβίρισμα της παρέας.
στη Χίο το λέμε σπερκαντρίτσα, κάνει και γαμώ τις σούπες, το κεφάλι πιπιλιέται κόκαλο κόκαλο, και να μην σε γελάσει ο ψαράς και δε σου δώσει τα συκώτια της. Η ουρά (που έχει και το λιγοστό φαί) μπορεί να σερβιριστεί με λαδολέμονο εκτός σούπας, σπάνια στο τηγάνι με σκορδαλιά όπως ο γαλέος.
Ότι θυμάμαι χαίρομαι και φοβάμαι οτι άμα ξεχαστούνε θα χαθούνε.
Σε δύσκολες συνθήκες πλέυσης (ομίχλη + ψαράδικα κλπ), ο σκάπουλος κανει χρέη οπτήρα. Σε φουρτούνα, κανει μια περιπολία να βεβαιωθεί οτι όλα είναι κλειστα (και δεν θα μπεί νερό απο καμιά ξεχασμένη πόρτα). Στην φυσιολογική βάρδια υπάρχει μόνο σκάπουλός - οπτήρας καθότι το τιμόνι είναι στον αυτόματο.
Για την ονοματολογία (την επίσημη και μέ ολιγα από την αργκό της) των μερών του πλοίου δες και http://www.pi-schools.gr/lessons/tee/maritime/FILES/biblia/biblia/naytikh_texni_a/kef02.pdf να μην κάθομαι και εξηγώ καθε λέξη των (βαπορίσιων) ορισμών
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧΑΧΑΧ.... φουλ..