Το ρήμα μπαταλεύω (αγνώστου ετυμολογίας), σημαίνει ότι παχαίνω απότομα, «ανοίγω».

Χρησιμοποιείται κατά κόρον για να περιγράψει γυναίκες, οι οποίες πάχυναν απότομα και έχασαν τη φρεσκάδα και την ελκυστικότητα που κάποτε είχαν. Δόκιμη είναι και η παθητική μετοχή «μπαταλεμένη». Βλ. και μπατάλω.

  1. - Είδα ρε την Ευαγγελία τις προάλλες, εκείνη τη συμμαθήτρια μας που έμενε απέναντι από εσένα.
    - Σε θυμήθηκε;
    - Ναι. Απογοητεύτηκα όμως. Δε φαντάζεσαι πως έχει μπαταλέψει, κρίμα.
    - Ποιο ρε, αυτό το γκομενάκι με το κορμί χελιού μπατάλεψε;
    - Κι όμως...

  2. - Να, αυτή είναι η χωρισμένη που έρχεται στο μαγαζί κάθε μέρα. Καλό εεε;
    - Τι λες ρε μαλάκα, την παλεύεις, αυτή είναι μπαταλεμένη, σκέτη λιόπα. Δεν πας καλά μού φαίνεται...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Vrastaman

Στον στρατό αποκαλούσαμε συνθηματικά μια μονιμού υπάξ/κο «μάχιμη» (εκ του battle -> μπατάλω).

#2
krepsinis

Τις θυμάμαι αυτές που λες. Είχαμε κανά δυο στο κέντρο. Μετά τον πρώτο μήνα άρχισα να ανησυχώ, αφού μη βλέποντας γυναίκες συχνά, τις κοιτούσαμε και λέγαμε μεταξύ μας: χάλια είναι, αλλά αν μού καθόταν τώρα, θα την έπαιρνα. Κατανοείς που είχαμε ρίξει το επίπεδο...Βλ. και σαβουρογάμηδες

#3
Vrastaman

Ετσ! Με αποτέλεσμα οι ψαροκασέλες να έχουν τουπέ Isabelle Adjani!

#4
Galadriel

Αχχχ οι οπίνες, το όνειρο του φαντάρου, οι μπουστερατζούδες του ηθικού του λόχου...

#5
poniroskylo

Νομίζω ότι προέρχεται από το τούρκικο battal που σημαίνει κάτι ογκώδες και δυσκίνητο, δύσκολο στο κουμάντο. Battal στα τούρκικα μπορεί επίσης να σημαίνει και άχρηστο ή άκυρο.

#6
ο αυτοκτονημενος

ναι ο σκηλος σωστος υπαρχει και μπαταλικο , τό