Η άσχημη γυναίκα στα Πατρινά.
Πιθανότατα ηχοποίητο εκ του βούπ! (ήχος πτώσης), ουδεμία σχέση φέρει με το βου-που.
Συνώνυμα: ζάμπα (Ιόνιο), πατζούρι, κάγκουρας (Σαλονίκη), μπράσκα (Β. Ελλάδα), σαύρα, κουβάς, σαλόζα, γαλότσα, μπάζο (πανελληνίως) κ.α.
Παράγωγο: Καρα-βουπίδιο.
- Βγήκαμε τις προάλλες με κάτι βούπες, που μας πουλήσανε και μούρη από πάνω.
- Γαμήσατε ;
- Ρε, σου λέω ούτε για βεντούζες δεν ήτανε. Χώρια που μας τα σπάσανε.
- Κατάλαβα, τη χήρα την πεντάρφανη κανονίσατε πάλι ...
6 comments
xalikoutis
βούπα λένε το ψάρι γόπα/γούπα στην Κρήτη.... παίζει να' ν' αυτό...
HODJAS
Πιθανόν. Υφίσταται διάδραση Πατρών - Κρήτης. Υπήρχε παλιά και το Καζαντζάκης, που πήγαινε ντογρού Πάτρα-Ηράκλειο, υπάρχουν σύλλογοι και παροικία Κρητών στην Πάτρα και συνοικία Κρητικά (κοντά στο δασύλλιο). Οι Πατρινοί φαίνονται να γουστάρουν ιδιαίτερα Κρήτη, για κάποιο λόγο, ίσως κάτι τους θυμίζει ... Καλός φίλος πατρινός, υπηρετών στον Άραξο (10 λέπτά απ' το σπίτι του) έβαλε αντιβύσμα μόνος του για να πάει Τυμπάκι (!) Ήμαρτον Κύριε ...
xalikoutis
καλά δεν εννόαγα αυτό, εννόαγα μήπως παίζει και στην Πάτρα παραφθορά και αντικατάσταση των γ, β, δ μεταξύ τους σε μερικές λέξεις όπως και στην Κρήτη (δε μού'ρχονται τώρα άλλες, θέλει ψάξιμο) ... δεν ξέρω πως λέγεται το φαινόμενο και δεν είναι από τα αναγνωρισμένα «πάθη των συμφώνων» αλλά μου θυμίζει παιδισμούς όπως βώ' μου (δώς μου), Σουηβία (πλάκα κάνω).
HODJAS
Βεν είμαι χίγουβοχ, αλλά πβοτίφεμαι να το πχιάκχιω. Άμα βεν τα καταφέβω, φα πάω να βουλέπχιω χιε καβάβι χτη φάλαχια.
xalikoutis
φάφο!
Ο ΑΛΛΟΣ
Δεν ξέρω για τα πατρινά, αλλά συμβαίνει στα Κυπροδωδεκανησιακά. Π.χ. βουλειά, βίω / γίω (= δίδω, σε διαφορετικά χωριά της Καρπάθου) κ.α. Και ξεκινά από ένα άλλο φαινόμενο, να προφέρονται αυτά τα σύμφωνα πολύ χαλαρά έως καθόλου (π.χ. αερφός, αός (!) = αγωγός), με αποτέλεσμα, όταν αποφασίσουν να τα προφέρουν, να μη θυμούνται τι ακριβώς ήταν το καθένα. Αλλά αυτά τα ιδιώματα δεν έχουν συγγένεια με τα μωραΐτικα, πέραν της γενικής συνάφειας (ότι δηλαδή όλα είναι ελληνικά).