Δηλώνει τον τύπο χαμηλού κοινωνικού επιπέδου, εθισμένο στην κουτοπονηριά και στην «στραβή», που, ενώ σε κανονικές συνθήκες θα τον χαρακτήριζες αρχίδι, επιτακτικά και εμφατικά τον αποκαλείς ψωλαρχίδη! (με μετατροπή του ουδετέρου σε αρσενικό ευγενείας και επικλήσεως).

Υπονοεί τον ικανό ειδικώς μόνο για αναπαραγωγή και γενικώς το άχρηστο υποκείμενο.

Συναντάται και με κατάληξη -ας (ψωλαρχίδας) και δηλώνει πέραν των ανωτέρω και μεγαλοπρέπεια.

- Άχρηστος υδραυλικός ο άντρας σου χρυσή μου, όλοι στην γειτονιά το λένε!
- Ασ' τονα μωρέ, τον ψωλαρχίδα...

Δες και αρχίδας, -αρχίδας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
vikar

Ωραίος ο Ωρωπιώτης, το λήμμα γαμεί.

Πάντως, δέν πολυσυμφωνώ με τον ορισμό. Απ' όσο το ακούω και το λέω, λές ψωλαρχίδη/ψωλαρχίδα/ψωλαρχίδι οποιονδήποτε θές να βρίσεις. Είναι απλά βρισιά δηλαδή, το πετάς πάνω στη τσαντίλα όταν το μαλακιασμένο ή το αρχίδι σου πέφτει λίγο.

Ακόμη πιό συγκεκριμένα είναι βρισιά μειωτική, που απευθύνεις παίζοντας το χαρτί της ηλικίας παύλα ωριμότητας, και εδώ πέφτει κάπως μέσα ο Ωρωπιώτης, μιλώντας για χαμηλό κοινωνικό επίπεδο: άν αποκαλέσεις κάποιον ψωλαρχίδη, υπονοείς οτι τον θεωρείς κατώτερου επιπέδου απο 'σένα, ακόμη κι' άν δέν είναι. Δέν συμβαίνει το ίδιο άν τον αποκαλέσεις μαλάκα ή πούστη. Υπάρχουν βρισιές που κατα κάποιο τρόπο αναγνωρίζουν ένα στάτους του αποδέκτη και άλλες που επιδιώκουν ακριβώς να το μειώσουν.

Μας λείπει μία στοιχειώδης κατηγοριοποίηση βρισιών πλάκα-πλάκα. Χμμ...