(Μεταφορικά) Σωματική κατάσταση μέθης (πολύ μεθυσμένος).
Ή, τσακωμός μεταξύ προσώπων.
Ήπια όλο το μπαρ και στο τέλος έγινα κωλοτρυπίδα - δεν μπορούσα να περπατήσω καν!
Άσε! Πήγα απ' το σπίτι και γίναμε κωλοτρυπίδα με τους γονείς μου γιατί δεν εμφανίστηκα για έναν μήνα.
0 comments