Η λέξη προέρχεται από τα αλβανικά (vlam = αδελφοποιητός) και χρησιμοποιείται σε όλη την Ελλάδα. Σήμερα εννοούμε με τη λέξη αυτή τον ''μάγκα'' που είναι έτοιμος για καβγά. Αυτό οφείλεται πιθανότατα στο ότι οι ''βλάμηδες'', οι αδερφοποιητοί δηλαδή, ήταν έτοιμοι για καβγά χάριν του φίλου τους. Ήταν, δηλαδή (αμοιβαία) οι ''νταήδες'' (τουρκικά : dayi, νταηλίκι =ειρωνικά παλικαριά).

Είναι έτοιμος για καβγά για χάρη του φίλου του, αυτός είναι βλάμης.

(από Khan, 20/03/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Μιτζνούρ

Ο.Κ. georgegreek
Οι βλάμηδες ήσαν αδελφότητες ανδρών οι οποίοι όφειλαν αμοιβαία προστασία, υποστήριξη. Επικύρωναν τη σχέση τους με μια ιεροτελεστία η οποία συνίστατο στο εξής: Στερέωναν στο έδαφος έναν άξονα πάνω στον οποίο προσάρμοζαν μια ρόδα από κάρο έτσι που να γυρίζει ελεύθερα. Άναβαν φωτιά από κάτω και άρχιζαν να χορεύουν. Κάποια στιγμή κάποιος έριχνε πάνω στον τροχό ένα καριοφίλι γεμάτο, το οποίο θερμαινόταν κι εκπυρσοκροτούσε. Ο κοινός κίνδυνος ή και ο θάνατος κάποιος από αυτούς ήταν η αιματηρή, ή παρά λίγο αιματηρή επισφράγιση της σχέσης τους. Η σχέση ήταν ισόβια, ισχύε εξίσου μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων και ήταν ένας τρόπος ειρηνικής ρύθμισης της κατάστασης μεταξύ των κοινοτήτων. Πιθανώς το έθιμο ξεκίνησε από Bektasi.
Η βλάμισσα ήταν μια κοπέλα που έπαιζε το ρόλο του μασκώτ της αδελφότητας (manga). Ορκίζονταν σ' αυτήν, όφειλαν να την προικίσουν και να την παντρέψουν αλλά δεν μπορούσε να παντρευτεί κανένα από τη manga της οποίας ήταν βλάμισσα επί ποινή θανάτου και των δύο.