Το παρόν λήμμα δεν έχει άλλο λόγο ύπαρξης ειμή αυτόν της προσπάθειας καθορισμού της ηλικίας ορισμένων σλανγκικών εκφράσεων, πολλές από τις οποίες όχι μόνο χρησιμοποιούνται ευρύτατα και στις μέρες μας, αλλά δείχνουν να έχουν και λαμπρό μέλλον μπροστά τους καθώς συνεχίζουν ακάθεκτες από στόμα σε στόμα, κηπ γουόκιν ένα πράμα.

Η ηλικία των όποιων σλανγκισμών είναι, κττμγ, ένα στοιχείο που σε γενικές γραμμές (μη δαγκώνετε, το ξαναλέω: σε γενικές γραμμές) απουσιάζει από τα λήμματα του φιλότιμου σάητος. Κατανοώ βεβαίως τις τεράστιες αντικειμενικές δυσκολίες που παρουσιάζει το εγχείρημα. Μιλάμε για προσπάθεια βασισμένη στην προσωπική μνήμη, σε μαρτυρίες παλιότερων, ή σε προσφυγή σε λογοτεχνικές κυρίως πηγές. Δεν μπορώ να γνωρίζω την έκταση της βιβλιοθήκης του καθενός, αλλά η καλή μνήμη, το ευαίσθητο αυτί, η εμμονή στη λεπτομέρεια και (εννοείται) η έντιμη καταγραφή είναι εκ των ων ουκ άνευ.

Ανατρέχω στο κάτωθι κατονομαζόμενο πόνημα όχι ως βιβλιοκριτικός, αλλά ως δεινοσαυράκι στον ανθό της νιότης του κατά την ύπνε-που-παίρνεις-τα-παιδιά δεκαετία του '80, για να βεβαιώσω ότι, τις περισσότερες τουλάχιστον από τις εκφράσεις που κατέγραψε ο συγγραφέας, τις χρησιμοποιούσαμε όντως ευρύτατα, τουλάχιστον στα Δυτικά Προάστια.

Από την άλλη, μπορεί να παρατηρήσει ο οιοσδήποτε ότι η γονιμότατη και δημοφιλέστατη έκφραση «τα παίρνω στο κρανίο» απουσιάζει παντελώς από το λεξιλόγιο της εποχής, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχε ακόμα επινοηθεί / εκστομιστεί. Επί τω λόγω της δεινοσαυρικής μου τιμής βεβαιώνω από μνήμης το χριστεπώνυμον πλήρωμα του σλανγκρ ότι, πιθανότατα μέχρι και το τέλος των '80 αυτή η περιγραφή του θυμού δεν είχε ακόμα σκάσει μύτη στην πιάτσα. Θα ήθελα να γνωρίσω τον άνθρωπο που επινόησε αυτήν την σαρωτικής παραστατικότητας έκφραση.

Επί της ουσίας λοιπόν, το λήμμα αποτελεί αναίσχυντη (και σχολιασμένη) παράθεση στοιχείων από το βιβλίο του Γιώργου Τουρκοβασίλη «Τα Ροκ Ημερολόγια», που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1984 και ανάγει την προέλευση / διάδοση των εν λόγω εκφράσεων στα μετά την ίσα-μωρή-Λουκία! Μεταπολίτευση χρόνια. Προς επίρρωσιν, να προσθέσω πως, ούτε από μεγαλύτερους σε ηλικία είχα ακούσει ποτέ αυτές τις εκφράσεις, ούτε έχω εντοπίσει καμιά τους στην προχουντική πχ λογοτεχνία.

Τέλος, να επισημάνω ότι κρατάω πάσα επιφύλαξη σχετικά με την περιοχή και την ευρύτητα του κύκλου ανθρώπων στον οποίο γινόταν χρήση αυτών των κακών λέξεων. Μιλάω για τα Νέα Λιόσια (το νυν Ίλιον καλούμενον), το κέντρο Αθήνας και για 15χρονα του 1980 (και αργότερα βεβαίως, αυτές οι λέξεις δεν έσκασαν μύτη όλες μαζί μια ωραία πρωία...).

[...] οι εκφράσεις αράζω, γουστάρω, την ψάχνω, τη βρίσκω, την κάνω, του την πέφτω, τον πάω, το παίζω, την έχω δει, με τρέχουν, φάση, κουφό κλπ [...] από άτομα περιθωριακά [...] πριν οκτώ χρόνια ήταν η γλώσσα ενός μικρού κύκλου ατόμων, απλώθηκαν σιγά σιγά [...] η γλώσσα των «αλητόβιων ροκάδων» πέρασε σιγά σιγά στους κυριλέδες [...]
(Σ.Σ. τουλάχιστον οι λέξεις «αράζω» και «γουστάρω» είναι πολύ παλιότερες).

[...]το πασίγνωστο να τη βρω, εξελίσσεται στο να τη δω, να την ακούσω (θες να σου δώσω κάτι να την ακούσεις ;).
Το έπαθα πλάκα έγινε σαλτάρισα, τάχω παίξει, μου 'φυγε η ψυχή, έπαθα μουνόπλακα ή μουνίλα, μουνόπαθα, κωλόπαθα.

[...]πέντε τουλάχιστον λέξεις επανέρχονται επίμονα: άτομο, κωλώνω, σωστός, ξενέρωτος και αντιδραστικός. Δε λένε «κάποιος πέρασε», αλλά «πέρασε ένα άτομο» [...] αντί «τον βλέπω», «βλέπω το άτομο» [...] υποδηλώνεται ένας σεβασμός για την προσωπικότητα [...] Όταν δεν κωλώνεις είσαι σωστός [...] είναι αυτός που δεν ξεπουλιέται και δεν ξεφτιλίζεται [...] ξενέρωτος [...] βρίσκεται σε πρόσκαιρη στέρηση [...] μεταφορικά ο άκεφος, άσχετος σε μιά παρέα ή σε μιά κατάσταση [...] συναισθηματικά αμέτοχος [...] Αντιδραστικός [...] έχει πάρει αντίθετη σημασία [...] προοδευτικός, επαναστάτης που αντιδρά [...]
(Σ.Σ. η λέξη «κωλώνω» είναι πολύ παλιότερη. Πρόχειρο παράδειγμα το κείμενο «Σκούρα» του Ιωάννη Κονδυλάκη. Τη λέξη «αντιδραστικός» με αυτή την έννοια ούτε την άκουσα στις παρέες μου, ούτε τη χρησιμοποίησα ποτέ).

[...]Το σκαπουλάρω έγινε την κάνω, την πουλεύω (τον πούλο! = δρόμο!, ενώ πήρα τον πούλο= με ρίξανε).
(Σ.Σ. Εν τούτοις, το ρήμα «πουλεύω» = πεθαίνω καταγράφεται από τον Χρόνη Μίσσιο ως έκφραση του υποκόσμου ήδη από τα χρόνια του Εμφυλίου. Όσο για το παλιό «σκαπουλάρω», θυμάμαι ότι το χρησιμοποιούσαμε αποκλειστικά με την γνωστή έννοια ξεφεύγω, διαφεύγω, την οποία έχει άλλωστε και το ταυτόσημο ιταλικό scapolare. Επικουρικώς, υπήρχε και ο τύπος τη γλύταρα, αντί του ορθού τη γλύτωσα).

[...]Το μπανίζω έγινε κοζάρω. Το με καμία κυβέρνηση έγινε ούτε με σφαίρες κλπ.

[...]Καλοκαίρι του '82: A: «Τι μουσική είναι αυτή ;» Β: «Μουσική τρόμπα, τι θες να 'ναι ;» Γ: «Είναι νιού γουέηβ. Ροκ». Β: «Το νιού γουέηβ δεν είναι ροκ, είναι τρόμπα ροκ!» [...]
(Σ.Σ. δες και διάφορα σχόλια εδώ).

[...] οπότε κάνει αυτός «επειδή μας πρήξατε, θα σας βαβουριάσουμε τώρα!» [...]
[...]To '76 πρωτάκουσα τη λέξη βαβούρα, που σήμαινε θόρυβο, φασαρία [...] υπάρχει ορχήστρα με αυτό το όνομα [...] είναι σήμερα όρος μουσικός [...] «το μεγάφωνο κατεβάζει πολλή βαβούρα» [...] «παλιά άκουγα βαβούρα» κι εννοούν heavy metal.
(Σ.Σ. θα ήταν ενδιαφέρουσα μια καταγραφή της διαδρομής της μεσαιωνικής, μη σλανγκικής λέξης «βαβούρα» από τα χρόνια του Βιτσέντζου Κορνάρου, ή και πιό πριν, μέχρι τη Μεταπολίτευση, από την οποία και μετά η λέξη έχει αποκλειστικά αργκοτική απόχρωση. Ίσως ο φερώνυμος Τζώνυ και το συγκρότημά του; Βδγ, ρήμα στον Ερωτόκριτο: βαβουρίζω. Ρήμα της τελευταίας 30ετίας: βαβουριάζω. Κατ' αναλογία προς το ήδη ρεμπέτικο «μανουριάζω»;).

[...] και κάναν όλοι μαζί ουά, ουά...κάτι σβομπίλοι εκεί πέρα[...]
(Σ.Σ. Την αγνώστου ετύμου, ξεχασμένη πλέον λέξη «σβομπίλος» τη χρησιμοποιούσαμε, τουλάχιστον μέχρι το '80-'81 με την σημασία: χαζός, μαλάκας. Ξαναδιαβάζοντας το βιβλιαράκι την ανέσυρα από τα πλέον κονισαλέα ερμάρια της μνήμης μου, και ο παντεπόπτης γούγλης απέδωσε απίστευτα αποτελέσματα. Κατόπιν τούτου, τι να πω κι εγώ ο φτωχός ;. Η λέξη πάντως υπήρχε, και μάλιστα η κλητική της ήταν σε -ο: Άντε ρε σβομπίλο!)

[...]Ενδιαφέρον έχουν και οι παρακάτω φράσεις:
στανιάρησα = μαστούρωσα, χόρτασα (Σ.Σ. δεν θα χαρακτήριζα ακριβή την ερμηνεία)
ξενέρωσα = συχάθηκα, βαρέθηκα
είμαι νεκρός = δεν έχω λεφτά (Σ.Σ. χρησιμοποιούσαμε επίσης την έκφραση είμαι τσέτουλα= άφραγκος, η οποία είναι βεβαίως πολύ παλιότερη, όπως μας πληροφορεί ο Πονηρόσκυλος).
είμαι στην πείνα = μου λείπει κάτι για καιρό
κάνω κεφάλι = στανιάρω (Σ.Σ. πάλι κομματάκι φάλτσο)
κολλητά = τώρα αμέσως
τανζανιάρης = άτακτος (Σ.Σ. με προβληματίζει το -ν-, αν δεν πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους. Αποκαλούσαμε ταρζανιά την ριψοκίνδυνη και επιδεικτική συμπεριφορά. Για τους βιρτουόζους επιδειξίες σε μπιλιάρδο, μπάλα κλπ χρησιμοποιούσαμε, λίγο, το προφανούς ετυμό ρήμα ζιγκολάρω και, πολύ λιγότερο, την έκφραση ζογκλερικές ενέργειες).
λινάτσα, λέζος, λινός = κωλόπαιδο, κουφάλα (Σ.Σ. αν θυμάμαι καλά, είχε περισσότερο την έννοια του φλώρου. Τη λέξη «λέζος» την αγνοώ).
ρύζι = κορόιδο (Σ.Σ. αγνοώ την έκφραση)
ποίημα = ψέμα (Σ.Σ. έχει να κάνει περισσότερο με το χαφιεδιλίκι και δη εντός φυλακής, όπως μας διαβεβαιώνει ο Πετρόπουλος).
παραμύθα = ηρωίνη
γαμιστερός = ωραίος.

[...]γι αυτούς που πηγαίνουν στις ντίσκο [...] λέγαμε βουτυρόπαιδο, σοκολατόπαιδο (Σ.Σ. λέξη που εμφανίζεται σε τραγούδι του Σαββόπουλου στο μεταπολιτευτικό «Δέκα χρόνια κομμάτια»). Μετά έγινε καρεκλάς. Μετά έγινε κυρίζι (Σ.Σ. βλέπε σχόλια ΜΧΣ και Χότζα εδώ) , κυριλές, κυριλόβιος, ξενέρωτος, ξενέρι, φλώρος, ντισκάς, ντισκόβιος, γκίραπας ή γκιράπης, τυρί, φλούφλης, και τσινάρι (ειδικά στη Θεσσαλονίκη). Οι ντισκάδες λέγανε τους ροκάδες αλήτες, λεχάρια, φρικιά [...] Η λέξη αυτή (φρικιό) έχει [...] πέντε καταλήξεις: φρικιό, φρικιάρης, φρίκος, φρικάς, φρίκουλος.
[...]με τις καταλήξεις θα δημιουργούσαμε [...] φρικιά, χιπιά, πανκιά, φλώρια, τσόλια, φρικάς, ροκάς, ντισκάς, σοουλάς, μπλιτσάς, χεβυμεταλάς, σκυλάς [...] κλεφτρόνι, πρεζόνι, πουστρόνι, γυφτρόνι, παιχτρόνι. Ενώ κατά το παλιό καφενόβιος: μηχανόβιος, αλητόβιος, κυριλόβιος, λαϊκόβιος, ντισκόβιος, πανκόβιος, στρατόβιος, φυλακόβιος, μπλακσαβατόβιος...
(Σ.Σ. στη λέξη «τυρί» δίναμε την έννοια: πλαδαρός, αγύμναστος φλώρος. Ενδιαφέρουσα αντίστιξη με το ψωμί, που επίσης χρησιμοποιούσαμε).
........................................................................................................
Αυτά (ουφ!). Τι με κάνατε και θυμήθηκα ρε μπαγάσηδες... και πόσα λίνκια... (δ)ράκος έγινα... Αιτούμαι πενθαήμερος αγροτική άδεια για να μαζέψω τα κομμάτια μου. Όσο θα λείπω, εσείς δείτε εϊτίλα και ογδόνταζ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
betatzis

!!! (λέγαμε και : τη φλύταρα)

#2
deinosavros

Wraio !!! Me to mpazoukaki tou DDT ;
(Halase to alt+shift re gamoto).

#3
betatzis

λέζος μπορεί να έχει σχέση με τη λέζα

#4
deinosavros

Etsi fainetai. Efharisto.

#5
Παπαντώνης

Ωραίος o Τζουράσικ.Σαν γνήσιος ρετρολάγνος μου άρεσε πολύ η προσπάθεια.

Όσον αφορά την φράση «τα παίρνω στο κρανίο».

Από προσωπικά βιώματα θυμάμαι χαρακτηριστικά τα εξής:
Η φράση «τα παίρνω στο κρανίο» είναι εξέλιξη της φράσης «τα παίρνω στο κεφάλι» η οποία έγινε γνωστή στο πανελλήνιο από το σουξέ του Μιχάλη Ρακιτζή «Δώστα»(1992) video.Η φράση «τα παίρνω στο κεφάλι» χρησιμοποιήθηκε για κάποιο σχετικά μικρό χρονικό διάστημα εξ'όσων θυμάμαι(ένα χρόνο;) και εξελίχθηκε στην γνωστή «τα παίρνω στο κρανίο» ως μια κλιμάκωση της προηγούμενης έκφρασης, ως μια-θα λέγαμε- αναγωγή στον υπερθετικό βαθμό της ισχύος της έννοιας.

Εάν υπάρχει ανάλογη εμπειρία η εντύπωση θα ήθελα να παρατεθεί εδώ προς αναζήτηση της πηγής αυτής της σημαντικότατης φράσης.

#6
deinosavros

Ωραία, μου έφτιαξε το πληκτρολόγιο η δεινοσαυρίνα μου.
Πάτερ Αντώνιε, ωραίος. Ήταν όμως ανάγκη να είναι ο Ρακιντζής ρε γαμώτο ;

#7
deinosavros

Ενα πράμα που μου ξέφυγε (μάλλον υπάρχουν κι άλλα) :
Στο βιβλίο αναφέρεται και η έκφραση «πετάω παπάδες», για κάποιον τύπο που σολάριζε στην κιθάρα.

#8
Vrastaman

Δεινός-αυρος!

#9
iron

στο νέο σλανγκ που θα βγει κάποτε, αν δεν απατώμαι θα έχουμε ετικέτες για την χρονολογική κατάταξη (όσο την ξέρουμε) των λημμάτων.

#10
Mr. Cadmus

Εδώ το καλό παπαδαριό. Κι όχι αποκλειστικά κιθαριστικό, πάει με όλα τα χρώματα και όργανα.

#11
Khan

Θα ήταν πολύ χρήσιμο. Να δούμε τι ετικέτα θα μπει εδώ ;)

#12
deinosavros

Χαν, το λήμμα που λες καλύτερα να μείνει χωρίς ετικέτα. Θα πρέπει να είναι σκαλισμένη σε μάρμαρο και θα βγεί πολύ βαρύ το αρχείο.

#13
Μιτζνούρ

Αυτό είναι απαραίτητο γιατί οι σλανγκιές έρχονται και φεύγουν. Υπάρχουν σλανγκιές που περνάνε στα comme il faut και κόσμιες εκφράσεις που παίρνουν σλάνγκικη σημασία για κάποιο λόγο.
Υποτίθεται ότι αυτός ή αυτοί που θα χρησιμοποιήσουν κάποτε όλο αυτό το υλικό, αφού το ξεκαθαρίσουν, θα πρέπει να κάνουν κι αυτό. Και δεν αρκεί η αναφορά στη λογοτεχνία.

Για παράδειγμα, εγώ έφαγα χαστούκι από τη μάνα μου τριών ή τεσσάρων χρονώ γιατί είπα 'έτσι μου χρωστάει' εννοώντας έτσι μου γουστάρει, μια πολύ κοινή έκφραση τότε (3 χρονών ήμουν το 1947)
Το γουστάρω.... σήμαινε 'φχαριστιέμαι' όταν π.χ. κάποιος κάπνιζε (και πιο πολύ για γυναίκα τότε) ή 'χαίρομαι που ο παρακολουθώ κάποιον άλλον να κάνει μια βλακεία ή μια παγαποντιά'. Δε γουστάρω να σε βλέπω, δε γουστάρω τέτοια φαγητά... Νομίζω πως το θεώρησες πολύ μεγαγενέστερο.

Στην Κέρκυρα, το 1961(;) άκουσα μαθήτρια να λέει 'θα με πιάσουν στο σχολείο σκαπαδόρα' δηλαδή θ' αντιληφθοὐν ότι το έσκασα.

Δεν είδα επίσης πιο πάνω το 'είμαι πανί με πανί'=άφραγκος.

Μια βλακώδης απάντηση κάποιου που δεν είχε ρολόι και τον ρωτούσαν τυχαία τι ώρα είναι ήταν 'πετσί παρά κόκκαλο'.

Υπήρχε κάποτε (1956,8) ένα βιβλίο εκδόσεις Σαλιβέρου 'Αυνανισμός ή Μαλακία' που πρέι να είναι πολύ ενδιαφέρον γλωσσικά αν μπορούσε κανείς αν το βρει.Είχε εκδοθεί υποτίθεται ως βοώθημα των γονέων για να πείσουν τους κανακάρηδές τους 'να την κόψουν' (τη συνήθεια όχι το άλλο)

#14
deinosavros

Πωπω Μιτζνουρ τι μου θύμησες, αυτή την παπαριά με την ώρα εμείς τη λέγαμε πετσί παρά κόκκαλο και παρα λίγο φλέβα.

#15
iron

βλ. και εδώ...

#16
vikar

Απο πού να το πρωτοπιάσεις αυτό το λήμμα... Πολύ πράμα.

Λοιπόν, για το τανζανιάρης που λές, ίσως να συμφύρει Τανζανία απ' τη μιά και δαίμονα της Τασμανίας, το καρτούν, απ' την άλλη. Λόνγκ σότ, αλλα εκεί πηγε το νού μου. Σημασιολογικά στέκει απ' όσο καταλαβαίνω, κι' απ' την άλλη, να μπερδεύεις ενελλάδι την Τασμανία με την Τανζανία δέν θα μού 'κανε έκπληξη.

#17
deinosavros

Δεν απαντώ γιατί τρέχω να προλάβω την πτήση για Ταρζανία.

#18
deinosavros

Για το «πουλεύω» = πεθαίνω που γράφω, υπάρχει και προπολεμική καταγραφή, παλιότερη από αυτήν του Μίσσιου. Βαμβακάρης στο «Όσοι γινούν πρωθυπουργοί»:

[I]Επέθανε ο Κονδύλης μας και πάει κι ο Βενιζέλος
την πούλεψε κι ο Δεμερτζής που θα 'φερνε το τέλος.[/I]