Λαχταριστή μπουκιά ψωμιού, καλά βουτηγμένη σε λάδι.
Σύνθετη λέξη από το λάδι και την μπουκιά, που προσωπικά μου θυμίζει πολλά πράματα, κυρίως όμως ταβέρνα και καλοκαίρι.
Το καλό λαδομπούκι επιβάλει φρέσκο τραγανό ψωμί και καλό ελαιόλαδο (Καλαμάτας ας πούμε) κυρίως σε ντοματοσαλάτα, ή ακόμα και στο κλασικό λαδολέμονο που σκεπάζει στοργικά πάμπολλα ψητά όπως μπριζόλες, ψάρια, λουκάνικα κλπ κλπ. Στη μειοψηφία νομίζω βρίσκονται οι του ηλιέλαιου και του τηγανέλαιου (από ψάρια ας πούμε).
- Μαμαζελίτσα, πάρε εδώ μπόλικο ψωμί να φχαριστηθείς λαδομπούκι.
- Excusez-moi, mais ce qui est «ladompouki»;
7 comments
σφυρίζων
Ωραίος. Το -μπούκι είναι θεμελιώδες γαμοσλανγκοτέτοιο.
deinosavros
Βαλτός είσαι ρε πάνκη; Με κολάζεις μεσημεριάτικα...
salina
Εγώ πάντα τόλεγα: το καλύτερο κομμάτι της μπριζόλας είναι το λαδομπούκι :-)
iron
να το καταχωρίσω στο Ουσίες νομίζω, πρόκειται περί εθιστικού εδέσματος...
PUNKELISD
@σφυρίζων με το τσι- φαντάζομαι θα εννοείς.
vikar
Υπάρχουν λέξεις που τελειώνουνε σε -μπούκι, αλλα λειτουργεί αυτό γενικά ως βήτα συστατικό;... Όταν δέν πρόκειται για μέρος της ρίζας της (δάνειας) λέξης, τότε προέρχεται απ' το μπουκιά, όπως εδώ στο λήμμα.
Υπάρχει και το -μπούκας (απ' την μπούκα;) στο γυαλαμπούκας. Αλλα έξω απ' αυτά τα ελάχιστα;... Δέν τό 'χω.
σφυρίζων
Νταξ ίσως ήταν υπερβολή το «θεμελιώδες» ωστόσο οι παραπέμπει σε πεολειχίες (τσιμπούκι) και μπουκώματα (> λατ. bocca) πράγμα που κτγμ το καθιστά λίαν σλανγκενεργό (βλ. πιχί μπούκι, ψωλομπούκι, φατσομπούκι).