Αναφερόμεθα στο μπριγιάν μονόπετρο άκα...

"μουνόπετρο", ήτοι (το) δαχτυλίδι με μία (αλλά μεγάλη) πολύτιμη πέτρα, που μας προέκυψε, μαζί με τις υπόλοιπες αμερικλανιές (δεξίωση στο κτήμα "Σέκλανα", τούρτα, σαμπάνια, "γαμήσιο" εμβατήριο και του κιτς η μάνα κάθονταν) στα χρόνια της επίπλαστης ευμάρειας (εδώ)

Παραδοσιακό βλαχομπαρόκ μουνόπετρο τ. "του Κίτσου η μάνα"

Το λολοπαίγνιο αυτό φοριέται αρκετά, και προξενεί κωμικούς συνειρμούς νεόπλουτων σηκωγιακάδων κλαρινογαμπρώνε με τις καμαρωτές βλαχοκυριλέ μούνες τους.

- Γιατί χώρισε τελικά η Αγγελική Ηλιάδη; Το "Θέμα" αποκάλυψε τα πραγματικά αίτια...Λόγια αγάπης, σκηνές πάθους, ένα μουνόπετρο και μία πρόβα νυφικού (εδώ)

- Κώνσταντω μ', σι σκαιφτωμη μέρα κε νοίχτα. Γούι μανάραμ' αρ μεντ το μπι. Γίνε γινεκαμ΄γλικοιά μ' παιριστερα! Κιτσος ("Το Μουνόπετρο")

- Εμείς εδώ στην Ηπειρο το ο το προφέρουμε ου π.χ. δε λέμε όλοι αλλά ούλοι, δε λέμε ο Γιώργος αλλά ου Γιώργους. Ετσι λέμε και: ου γαμπρός έκανε δώρο στνύφη ένα μουνόπετρο. Αυτή είναι η γλώσσα η ηπειρώτικη και βέβαια είναι γνωστή τοις πάσι.Ετσι θα έλεγα : να του χαίριτι του λαμπερό μουνόπετρο του κουρίτσι. Κι μι του συμπάθειου, λέμι στου τέλους (αυτού)

Πέον να πην συγχέεται με το ιπτάμενο μουνόπτερο Papilio Vulvae Volans

Ευχαριστού του Δων Μήτσους για του σλανγκασίστ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ένα κλικ παραπάνω από το γλειφομούνι ή αιδοιολειχία, είναι η µουνοαποµύζησις κατά τον Ανδρέαν Εμπειρίκον, ήτοι το ρούφηγμα ή απομύζηση του αιδοίου. Έχει εξάλλου το πλεονέκτημα ότι κάνει λολοπαίγνιο με το μονορούφι, οπότε μπορούμε να φανταστούμε ένα μουνέτο τόσο θεσπέσιο, που το κάνεις μουνορούφι μονορούφι. Κατ' επέκταση, είναι και λολοπαίγνιο για ό,τι σεξουλιάρικο ρουφάς μονορούφι.

  1. Αλλά με σκέτο πλακομούνι ή τέσπα και εξαιρετικό μουνορούφι δεν νομίζω να πλούτισε και να ευημέρησε καμία. (Galadriel στα σχόλια του βδελλογαμιάς).
  2. Californication, μια σειρά που τη βλέπεις μουνορούφι. (Εδώ).
  3. Κύρια αιτία τριχόπτωσης είναι το μουνορούφι και το ρουφοκώλι σε εβένινα μαύρα μουνάκια. (Αστικός μύθος που κυκλοφορεί σε μπουρδελοσάη).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified