Το μπιχλιμπίδι, το κρεματζόλι, το διακοσμητικό εξάρτημα στα καλιαρντά. Από το ιταλικό arlecchino.

Μου λέει έτσι κι έτσι. Θα ψωνίσεις τα κραγιονάκια σου, τις μπογίτσες σου, θα φορτωθείς τα μπουτ αρλεκίνια, και θα βγεις αύριο βράδυ μαζί μου στην πιάτσα, αρτίστ. –Μήπως πρέπει να κοτσάρω και μουτζαντίβαρα; τη ρωτάω. Γιατί δε γουστάρω. Εκείνη είχε φουσκώσει τα βυζιά της με το γνωστό σύστημα και μάζευε πελατάκια. Ζήτω η σιλικόνη! (Αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά, ο όγκος των γεννητικών οργάνων που διαφαίνεται μέσα από το εφαρμοστό εσώρουχο ή παντελόνι.

Ντικ τι μπαγκάζι άβελε το λατσότεκνο!

(από Khan, 21/07/13)(από Khan, 22/11/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το μπόντι που σημαίνει σώμα και το μεγεθυντικό καρα-, είναι η κορμάρα, η σωματάρα, ήτοι το γυμνασμένο λατσότεκνο στα καλιαρντά. Μοιάζει παρεμπίπταμπλυ και με το μποντέος / μπονταίος.

  1. «Η Σαλονίκη είναι καραμποντού, γεμάτη απ' το ερωτικότερο τρεμόζουμο». (Δήλωση του Ηλία Πετρόπουλου για την ερωτική πόλη αποκατέ).

  2. Η καραμποντού θέλει καραμποντού και όλα τα άλλα εγώ τα ακούω βερεσέ. Και καλά κάνει, δηλαδή, δεν το παρεξηγώ καθόλου. [...]
    Το κακό με τις καραμποντούδες, όμως, είναι που είναι και προκλητικές! Με τον πλέον φυσικό τρόπο, σου λένε ότι δήθεν σαβουριάζουν τα πάντα και ότι ποτέ μα ποτέ δεν πήραν στη ζωή τους ούτε μια πρωτεινη. Καλά τώρα… και όλοι εμείς, που έχει σιχαθεί η ψυχή μας το ψητό με τα λαχανικά και πάμε και στα γυμναστήρια, γιατί ντρεπόμαστε να βγούμε στις πλαζ; Που μια φορά πήγα στα βαθιά σε ένα νησί του Αιγαίου κι έκανα τον ξερό και να ‘σου έρχεται μια τουρκική ακταιωρός, κατεβαίνουν κάτι κομμάντα και μου έβαλαν μια σημαία στο κεφάλι! Με είχαν περάσει για βραχονησίδα. Των Ιμίων κόντεψε να γίνει! (Καραμποντούδες ή περί ματαιότητος).

  3. - Καλέ, εκείνη η τσαούσα που έρχεται τις Κυριακές και θέλει μιζ αν πλι η τσουράπω…που τα είχε με εκείνη την καραμποντού από το γυμναστήριο απέναντι.
    - Αααα, τώρα κατάλαβα. Αλλά δεν ήξερα ότι τα είχε με εκείνο το αγλαροτεκνό. (Αποκατέ).

  4. Λατσάβελες καραμποντού στο πρεζαντέ. (Από )

(από Khan, 12/11/13)

Got a better definition? Add it!

Published

Ο γοητευτικός κομψευόμενος άνδρας στα καλιαρντά.

Μπαίνω στο ίντερνετ και διαπιστώνω πως οι μισοί από τους τζιναβωτούς ζητάνε sadomazo παιχνίδια και ψάχνονται, επειδή ντρέπονται να τα αναζητήσουν στα φανερά. Κουλό έτσι;
Οι φίλες μου ανησυχούν για μένα και το θλιβερό είναι πως δεν σκέπτονται ποτέ ότι ο γκούρμπαντος, ήρεμος ευγενικός δανδής, που πίνει το ποτό του χαλαρά απέναντι τους στο bar, είναι ένας εν δυνάμει πολύ πιο επικίνδυνος τύπος, αφού ποτέ του δεν έχει εκφράσει την βία που το sex εμπεριέχει σαν έννοια στα φανερά. Αν δεν είναι αυτό κουλό... τότι τι είναι;

Γιατί του να είναι ο σκλάβος μου στα τέσσερα, με ένα φίμωτρο στο στόμα, τρώγοντας από ένα μπολάκι σκύλου, θεωρείται μεγαλύτερη υποβίβαση της αξιοπρεπείας, από τις ανυπόφορες ζήλιες ενός νταλκαρέτεκνου εραστή και από τα θλιβερά κλαψουρίσματα του στο τηλέφωνο μου την νύχτα και από την υποχρέωση μου να βγω απαραίτητα έξω μαζί του το Σαββατόβραδο ή να μη ξενοκοιτάξω ποτέ, γιατί ο καρα-vanillas μου θα πάθει ένα εγκεφαλικό ντελίριο μικροαστικής εμμηνόπαυσης; (Αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published

Στα καλιαρντά είναι η πολύ χοντρή γυναίκα ή κίναιδος. Ο Ηλίας Πετρόπουλος δίνει ως πιθανή ερμηνεία την εκδοχή ότι σημαίνει κάποια/ο που είναι τόσο χοντρή/ος ώστε όταν πεθάνει τον βλαστημούν οι νεκροπομποί- κοράκια που κουβαλούν το φέρετρο.

Σκάσε μωρή και κοιτάει κατά δω που από αρτίστα του βωβού σε βλέπω κορακοβλαστήμω στο Φαντάζιο! (Αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published

Προέρχεται από τα καλιαρντά, εκ του πουρό (< ρομανί phuro= γέρος, παππούς) και τεκνό, και σημαίνει κάποιον προχωρημένης ηλικίας, που φέρεται σαν νεαρός γκόμενος, προσέχει την εμφάνισή του, και ψάχνεται για ερωτικές περιπέτειες. Συνώνυμο: γεροντοτεκνό / γεροντότεκνο, πουροτινέιτζερ. Βλ. και πουρογκόμενα.

  1. Θα πάρω τηλέφωνο τον Γιώργο Παπανδρέου και θα του πω να ξαναφτιάξουμε το συγκρότημα που είχαμε στη Μασαχουσέτη. Για να μην ψάχνουμε για τα άλλα δύο μέλη, που μπορεί και να τα έχουν τινάξει, θα πάρουμε για μπασίστα τον Χρύσανθο Λαζαρίδη και για τραγουδιστή τον Σίμο Κεδίκογλου, που είναι πουροτεκνό και θα κάνει θραύση στις πενηντάρες. (Από το Κατὰ Πιτσιρίκον Ημερολόγιο του Αντώνη Σαμαρά στο Unfollow 29, Μάιος 2014, σ. 35-36).

2. Ουαουυυ, εγω με...πουροτεκνο;
Θα σκασω μουρη με το λαμε το πι το ξωπλατο κ θα στειλω τις γριες στο φαρμακειο με το καροτσι της λαικης...ασε που θα ριξω σ ολες τις λεμοναδες κατι χαπακια που βρηκα...σπασμενα...
Α, και να μην ξεχασω...να ξεχασω το χαπι για το παρκινσον, δεκαεφτα βαθμους εχω..

3. Kι όμως υπάρχει τοιούτος τύπος γκέουλα, που θυμίζει φαγιούμ, είναι πουροτεκνό, δεν τα έχει όλα τα μαλάκια του ,και ο δικός μας βγαίνει στο πιο ελληνοπρεπές του, όχι τόσο ευρωπαία φάση, έχει ......... μαυριδερό δέρμα, αλλά κάπως πιο αβρό, γενικά θυμίζει Μύρη κι έτσι, χαρακτηρίζεται και ως σιδώνιος νέος από το ποίημα του Καβάφη

(από Khan, 22/05/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά είναι ο μερικώς αποτριχωμένος ομοφυλόφιλος, αυτός λ.χ. που έχει κάνει κάποιο είδος αποτρίχωσης στην ηβική περιοχή, αλλά όχι σε όλο το σώμα του.

Εσύ στο μεταξύ αν περάσει καμιά μισογουνού, δεν ξέρω και τις προτιμήσεις σου, τσίμπα τη και πήγαινε βαρκάδα μπας και γίνει το μιράκλι. Άιντε και καλά να περάσεις. (Μαρίνα Ζέας αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published

Το μακιγιάρισμα στα καλιαρντά. Από την καλιαρντή λέξη κουλικό που σημαίνει χρώμα και που, όπως παρατηρεί ο Ηλίας Πετρόπουλος, μπορεί να συνδέεται με το γαλλικό couleur (ή άλλη ομόρριζη λατινογενή λέξη με την ίδια σημασία). Σημειωτέον ότι το τελευταίο προέρχεται από τη λατινική λέξη colos (no pun intended) που σημαίνει σκέπασμα, από το λατινικό ρήμα celare (=σκεπάζω, κρύβω) αναγόμενο σε ινδοευρωπαϊκή ρίζα **kel-* με την ίδια σημασία (δες).

  1. Καλά μαρή δεν έχεις δει που η νυχτικιά με τα συννεφάκια είναι σαν της γιαγιάς μου; Θα σου δώκω την άλλη με τις ράντες που κάνει το ντραπάρισμα κάτω απ τα βουτρά και έρχεται και τα ανεβάζει και τα πετάει στη μούρη του άλλου. Αβαλοκουμπούριαστη θα πάει η λουμπίνα. Καλιαρντόκαψα θα την επιάσει. Ισάστακα δυο λεπτά να στη πετάξω. Εσύ στο μεταξύ κάνε και κανά κουλίκωμα να λάμψεις… Κι άμα μετά δεν γίνει κρεβατοδεξίωση εμένα να μην με λεν Μαρίνα!!!!!!! (Αποκατέ).

  2. Μπας κι ήρθε ο καιρός να πετάξουμε τη μάσκα και να δείξουμε τι πραγματικά είμαστε; Όλοι μας. Κι εγώ κι ο άλλος κι εσύ. Ναι εσύ… Γιατί δε το κάνεις; Από φόβο μη και δεν αρέσεις; Από το φόβο μη και μείνεις μονάχος σου; Μη φοβάσαι μωρέ. Στο υπογράφω εγώ η Μαρίνα Ζέας, σε πάω και στοίχημα πως άμα δείξεις το πραγματικό σου πρόσωπο δε μπορεί όλοι να σε κάνουνε πέρα. Σίγουρα σε κάποιον θα αρέσει. Πάω τώρα γιατί θέλω να αβέλω ντρέσες να κάνω κι ένα κουλίκωμα να πάρω και τη μάσκα και να φύγω για το πάρτι. (Αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published

Το μαλλί στα καλιαρντά.

1. Και η Αλέκα η αγαθόκλα αβέλει ντρέσες λουλουδάτο ξώβυζο φουστάνι χωρίς βάτες κι έχει κουρανταρισμένο το παγκρό και κουλικωμένη με ωραία χρώματα και με χαμόγελο colgate λέει ναι στον Αλέξη τον ασούξη, ναι στον Αντώνη τη μπιτζανού, ναι στον Βαγγέλη την μπαλογουγούλφω, ναι στον Φώτη τον ροζοροβεσπάκη, ναι σε όλα………

2. Το Μαρινάκι Ζέας ερωτήθηκε, αλλά δεν επιθυμεί να λάβει μέρος στον διαγωνισμό. Δήλωσε δε χαρακτηριστικά: «Είμαι ντροπαλή και δεν θέλω. Άσε που δεν πρόλαβα να τυλίξω το παγκρό. Πως θα εμφανιστώ;»

3. Μα το τεκνό δεν θα το παρουμε για μυαλο αλλα για το παγκρο. Ελα αγαπη μου, ειναι δεδομενα αυτα. Πολλές αγάπες τον έχει ο τύπος

4. ΜΕ ΤΙ ΜΟΥΤΡΑ... ΘΑ ΜΠΕΙ ΜΕ ΤΟ ΠΑΓΚΡΟ ΚΡΕΠΑΡΙΣΜΕΝΟ ΚΑι ΘΑ ΒΓΕΙ ΓΟΥΛΙ... ΑΠΟΡΩ ΠΩΣ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΜΕ Σ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΒΡΩΜΑ ΑΚΟΜΑ ΝΑ ΠΑΤΑΕΙ ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΗΣ ΣΤΟ ΙΕΡΑ ΧΩΜΑΤΑ ΤΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΑΣ.. ΑΥΤΟ ΜΕ ΤΡΕΛΕΝΕΙ...... (Διαμαντοπούλου: Δεν θα καταθέσει στεφάνι στο Πολυτεχνείο).

5. Βρασίδας παρόν! Αφιερώνω στη Νία, στη Γκέλα, στη Τριανταφυλλιά και στη Νικόλ που έτζασε το παγκρό! (Από το Φέισμπουκ).

6. Και όχι! Όταν λέω μεγάλους πορνοστάρ δεν αναφέρομαι στην ξανθιά με τα ροζ τακούνια, και το μουσαντό καουκικό παγκρό στην κουρούπα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο καλοδιατηρημένος και κοτσονάτος ηλικιωμένος, ο λεβεντόγερος, εκ του λεβέντης και πουρό (<ρομανί phuro= γέρος).

  1. Από λεβεντοτεκνό έγινε λεβεντοπουρό. Τελικά σ αυτη τη χώρα όλοι απ το στούντιο του Προέδρου ξεκινήσανε καριέρα. (Περί Δημήτρη Στρατούλη εδώ).
  2. Κάνεις αρπαχτές με το πεθερό το λεβεντοπουρό, παίρνεις αλλα μπρατσέτα τη θεούσα τη πεθερά στην εκκλησία. (Από το zoo.gr)
  3. Τα θέλει ο ποπός σου μου φαίνεται.... Ασε το Πιερ τον πισωγλέντη και ρίχτα στο πεθερό το λεβεντοπουρό.

Mickey RourkeΤο πουρό έχει και τα όριά του

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified