Further tags

Ο φλύαρος, ανόητος άνθρωπος. Εκ πρώτης όψεως δείχνει να προέρχεται από το ιταλικό papardelle , είδος ζυμαρικού. Ενδεχομένως η σημασία της λέξης σχετίζεται με την μορφή της παπαρδέλας, όπου πωλείται μπουρδουκλωμένη σε μπάλες και όταν βραστεί γίνεται πολύ γλιστερή και τραμπαλίζεται ξέφρενα όπως την κρατάμε. Έτσι και ένας κρετίνος πολυλογάς μας τα λέει μπερδεμένα και μορφάζει, φτιάνει, δείχνει, σείεται και κουνιέται για να προκαλέσει ενδιαφέρον.

Πάνω σε αυτή τη σύνδεση πατάει και η παπαρδέλα ως χαρακτηρισμός μιας ανοησίας που θα ακούσουμε ("την είπες την παπαρδέλα σου πάλι δεν άντεξες").

Φυσικά δε μπορεί να μην σκεφτεί κανείς το "παπάρας" όταν χρησιμοποιεί το "παπαρδέλας", οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι χρησιμοποιείται αντί για "παπάρας", προσθέτοντας όμως λίγο ιταλιάνικο φινετσάρισμα για να βγάζει γούστα.

-Έλα που είσαι; Στις 6 μου πες θα έρθεις, σε περιμένω μισή ώρα.
-Συγνώμη ρε, με έπιασε ο παπαρδέλας ο περιπτεράς και με άρχισε. Σκέφτεται λέει να βάλει ντελίβερι με ντρόουν για τη γειτονιά, "γιατί ο Τζεφ Μπέζος είναι πιο μάγκας να πούμε;". Ντράπηκα να τον παραπέμψω, τον βλέπω κάθε μέρα.

παπαρδέλαπαπαρδέλας

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εναλλακτική ονομασία για τη μολότοφ. Όπως και το γνωστό αλλαντικό ετυμολογείται από την ιταλική λέξη sale που σημαίνει αλάτι.

-Πήγε ο μπάτσος να πατήσει τους διαδηλωτές με τη μηχανή και του ήρθε ένα σαλάμι κατακέφαλα!

από το παράδειγμα αλογάκι

Got a better definition? Add it!

Published

Στην αργό των οικοδόμων είναι το ειδικού τύπου φορτηγό, όπου είναι κατάλληλα κατασκευασμένο για τη μεταφορά μπετό από το εργοστάσιο παρασκευής έτοιμου μπετό μέχρι και την οικοδομή ή το εργοτάξιο. Ετυμολογείτε από το ιταλικό: barella.

- Μαστρό-Τρύφωνα τι ώρα θα 'ρθει η βαρέλα; Έχουμε και σπίτια!

βαρέλες

Got a better definition? Add it!

Published

Κάνω διακοπές, τάχω κλάσει όλα και είμαι τρελά αραχτός, τη στιγμή που -και ακριβώς επειδή- ο κόσμος καίγεται γύρω μου (και πολύ πιθανόν και γω μαζί του) και η κενωνία βουλιάζει. Δείχνει λούξους και σταρχιδισμό.

Από το διακοπές + κατάληξη - άρω που προσδίδει στο ρήμα μια ξενική όσο και χαλαρωτική εσάνς.

Μπόλικα τα παραδείγματα, μέχρι και σάιτ έχει ονομαστεί έτσι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι λένε οι οικοδόμοι το πτυσσόμενο ξύλινο μέτρο. Ετυμολογείτε το πιθανότερο από το ιταλικό passeto που σημαίνει το μικρό βήμα και το pes μια ρωμαϊκή μονάδα μήκους, που αντιστοιχεί περίπου με ένα πόδι (foot). Αν και υπάρχουν και πλαστικά πτυσσόμενα μέτρα ο οικοδόμος ο σωστός έχει αποκλειστικά ξύλινο, όπως ο υδραυλικός ο σωστός χρησιμοποιεί στις σωληνώσεις καννάβι και σάλιο αντί του φλώρικου τεφλόν...

-Μαστρομήτσο πιάσε το πάσετο.

πάσετο

Got a better definition? Add it!

Published

Ο μαλάκας.

Από το ιταλικό stronzo, που στη γείτονα σημαίνει στην κυριολεξία «κουράδα», αλλά χρησιμοποιείται κατακόρον ως κακόσημος χαρακτηρισμός. Με την κυριολεξία της, η λέξη απαντάται, βλέπω, και στα Επτάνησα:

Στρόντζος (ο): Ξεραμένο κόπρανο Κερκυραϊκό λεξικό

ρε παιδια τι σχεση εχει ο δημαρχος? Ελεος ...Δεξιος στροντζος ειναι - δεν ειναι εκει το θεμα , αλλα οχι οτι παιρνει και αυτος τις αποφασεις ...Ουτε η κυβερνηση τις παιρνει

εδώ

Αλλά για τον Αξιότερο Έλληνα Ποδοσφαιριστή δε θα πει ποτέ κουβέντα ο στρόντζος ο Κάρπετ.

από φόρουμ

..δολοφόνησαν οι φεράρηδες τον Μάσσα ωρέ ; ! Α τους στρόντζους !

από το ινσόμνια τζι άρ

Αυτά που λέω πριν τα κάλαντα των Χριστουγέννων, τα λες με τις λαμπάδες του Πάσχα, ρε στρόντζε!

από φόρουμ

Προσωπικά δε θα άντεχα με τίποτα να με κάναν συχνά πυκνά ρεζίλι όπως σε έχω κάνει εγώ σε όσα θέματα και αν έχουμε κοντραριστεί!! Για να φανταστείς πόσο στρόντζος είσαι, έχουμε επιγραφές με το όνομα Όσιρις στην Αίγυπτο, από τότε που άρχισαν να τον λατρεύουν ως θεό! Άρα κατά την τετράγωνη λογική σου....ο Όσιρις είναι είτε[σ.ς. ;...] υπαρκτό θεϊκό πρόσωπο!

από το φόρουμ τζι αρ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για έναν επαρχιώτη που είναι χοντρός, οπότε κατά το συναμφότερον βλαχαδερού και ευχοντρίας δίνει την εικόνα ενός πολύ άξεστου ανθρώπου. Ο Ηλίας Πετρόπουλος (Τα Καλιαρντά, 1971) δίνει και το αρχοντοχωριάτης ως επεξήγηση, ενώ το ετυμολογεί από το ιταλικό carne (=κρέας) που χρησιμοποιείται συχνά στα καλιαρντά. Είναι δηλαδή ο βλάχος (με την ευρεία σημασία του χωριάτη, του επαρχιώτη) που έχει πολλά περιττά κιλά/ κρέατα πάνω του.

Σκέφτομαι να στήσω χρυσελεφάντινο ανδριάντα στο με σικ γιάνκη. Είχε όλες τις προϋποθέσεις να μου ήταν συμπαθής. Έσιαξε το μπερντέ του εις την αλλοδαπή και διακατέχεται από μια προτεσταντική ηθική, σε αντίθεση με τους βλαχοκαρνιώτες μικρομέγαλους ιθαγενείς μετόχους και τις δημοσιογραφικές βουβουζέλες τους που μου προκαλούν μια α πριόρι αποστροφή. (Πολιτικό καλιάρντεμα αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

βαρδαμάνα η (ουσιαστικό) ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹ βενετ. varda mano εδώ. Κυριολεκτικά σημαίνει : φυλάει (προφυλάσσει) το χέρι.

Πάνινο ή δερμάτινο κατασκεύασμα που τοποθετούμενο στον αντίχειρα καταλαμβάνει τη μισή επιφάνεια του χεριού και χρησιμοποιείται από τους ιστιοράφτες για τη διευκόλυνσή τους στο ράψιμο των ιστίων με την ειδική, χοντρή και μεγάλη βελόνα.

βαρδαμάναβαρδαμάνα

Επίσης χειραγωγός που σε περίπτωση τρικυμίας συγκρατεί αυτούς που βαδίζουν στο κατάστρωμα

ή

σκοινί απ` το οποίο κρέμονται τα σωσίβια

ή τέλος

βαρδαζέντα: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹ ιτα varda gente :φυλάει τους ανθρώπους εδώ

α) σκοινί που διευκολύνει τους άντρες του πληρώματος ν` ανεβοκατεβαίνουν κατά μήκος της κλίμακας,

β) βαρδαζέντες, σκοινιά χρήσιμα για την πρόληψη της πτώσης των αντρών του πλοίου στην κεραία (των παλιών ιστιοφόρων).

Δεν τρυπιέται το πανί με τη βελόνα σκέτη, θα φας τα χέρια σου! Πάρε τη βαρδαμάνα.

Πρόσεχε έχει πολύ θάλασσα! Κρατήσου από τη βαρδαζέντα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο αρραβωνιαστικός, ο μνηστήρας στα καλιαρντά, πιθανόν εκ του ιταλικού fidanzato.

Ὁ Ζηνόβιεφ εἶναι φιλέλληνας, ὄχι ντεζολαχτάρας σὰν τὸ σουάντες φινεντζάρη, ποὺ τουζούρ ντοὺπ σαφρὰνς... Σκέτος μπάϋρον εἶναι. (Παράδειγμα Αἴαντος).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο καναπές στα καλιαρντά εκ του ιταλικού molto (=πολύ) και του κάθομαι.

Έτσι μπήκα στο μουτζότσαρδο, κάθησα στη μολτοκαθήστρα και άβελα μαρμαρού. (Από το Μπου).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified