O παθητικός ομοφυλόφιλος στο ιδίωμα των Μεγαρέων.

Ο όρος λουρί αναφέρεται στις ιμάντες της μηχανής των παλιών αυτοκινήτων που είχαν κίνηση στους πίσω τροχούς. Επομένως πισωλούρης είναι αυτός που «δουλεύει» την πίσω μεριά του και όχι τη μπροστινή.

Το καημένο το παιδί... Πήγε στη Μύκονο ντούρος και γύρισε πισωλούρης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified