Χαρακτηρισμός γυναίκας η οποία είναι σεξουαλικώς εντελώς παθητική, δεν παίρνει ποτέ καμιά πρωτοβουλία, απλά ξαπλώνει στο κρεβάτι αφήνοντας τον άντρα να κάνει τα πάντα με αποτέλεσμα να παίρνει το σχήμα αστερία.

Ρε φίλε ωραία είναι αυτή, αλλά είναι τρελός αστερίας στο κρεβάτι τι να την κάνω, εγώ θέλω μια ανάφτρα.

Ένα ικανό πουλί, μπορεί να τον φάει τον αστερία ζωντανό (και να του αρέσει κιόλας) (από Galadriel, 01/03/09)

Δες και έπιπλο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

βλ. αστέρι, ορισμός αρ. 1.

Ρε τον αστερία, έβαλε τα μακαρόνια να βράσουν χωρίς νερό...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτοαναφορικώς, το δεκάστερο που δίνει ένας σλανγκιστής σε λημματοδότη με τον οποίο ευαρεστείται. Η πάγια φράση είναι «σπέκια κι αστερίες» κι αποτελεί το δίπτυχο του «σπεκάστε, αστράψτε, τελειώσατε». Τον αστερία τον παίρνει αστεράτος που αστράφτει.

Βεβαίως, είναι παρεξηγήσιμη η φράση «το μύδι σου είναι αστερίας», βλ. εδώ κι εδώ, όπως και το «όλοι οι αστερίες του ντουνιά για πάρτη σου», βλ. εδώ.

Σχόλια σλανγκιστών:
- Σπέκια κι αστερίες!
- Μερσώ!
- Αστεράτος! Τσίμπα έναν αστερία!
- Μερσώ, μερσώ!
- Είσαι και ο πρώτος αστερίας!!!
- Γρρρρρρρρ!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified