Ο όρος Μασκαριώτατος ή Μασκαριότατος αποτελεί λολοπαιγνιῶδες εκκλησιαστικό μπινελίκι της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και ευθυμολογείται εκ του κοσμητικού επιθέτου μασκαράς. Ο τίτλος συνήθως αποδίδεται σε ηγετικές μορφές του κλήρου με καισαροπαπικές προδιαγραφές (βλ. πιχί τους μαρκαριστούς Αρχιεπισκόπους Χουντόδουλο, Μασκάριο κ.ά.)

Εκφέρεται τόσο από αντικληρικούς, όσο κι από χριστιανοταλιμπάν θεούσους που τραβάν ζόρι με κάποιο συγκεκριμένο ιερέα.

Βλ. επίσης Παναγριότατος, τράγος, τραγόπαπας.

1.
Ὁ Παπαφλέσσας καί τόσοι ἂλλοι ἢρωες Ρασοφόροι δέν ἒλεγαν παρηγορητικά λόγια! Πῆραν τά ὃπλα καί πολέμησαν.Ὃ σημερινός μασκαριώτατος,τηρεῖ σιγήν ἰχθύος,ἁγία σιωπή. Ποῦ εἶσαι μακαριστέ Χριστόδουλε !!!

2.
Γιατί το γνωρίζουν όλοι οι αδίστακτοι μαυρορομπίτες ότι με το ζόρι και απειλούμενος για τη ζωή του από τους οπλαρχηγούς του '21 αναγκάστηκε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός να σηκώσει το λάβαρο της επανάστασης, το οποίο μαγάρισε στη συνέχεια ο μασκαριώτατος Χουντόδουλος, ανεμίζοντας το ως μητροπολιτικό κατωσέντονο στις λαοσυνάξεις τής ντροπής για τις ταυτότητες της μισαλλοδοξίας. Αιδώς, αχρείοι!

1.
Βλέπω ότι το post ρεπει προς την ασέβεια και αλοίμονο μας αν μας πάρει χαμπάρι ο μασκαριώτατος.

Ινσέψιο: Να μασκαρεύεσαι μασκαριώτατος. (από Khan, 18/03/15)Usie με τον Μακαβριστό Γέροντα Βησσαρίωνα. (από Khan, 22/03/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified