Σαβούρα από το τουρκικό savurmak είναι η παρέκκλιση από πορεία και πτώση. Διασώζεται σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας κατ' επίδραση από τα τουρκικά. Είναι εξάλλου, διαδεδομένες οι εκφράσεις τρώω σαβούρα, σαβουριάζομαι. Βλ. και σαβούρδα, σαβούρτα, σαβούρντα.

Αντιθέτως, σαβούρα από το ιταλικό zavorra, κατά τον Μπάμπη δε εντέλει από το λατινικό saburra είναι το έρμα των πλοίων. Από εδώ βγαίνουν οι σημασίες του ευτελούς αντικειμένου κακής ποιότητας, που χρησιμεύει μόνο στο να καταλαμβάνει όγκο και να έχει μάζα, οπότε κατ' επέκταση η γκόμενα μπάζο, το κακό φαγητό, η άχρηστη συσσώρευση (βλ. άλλους ορισμούς).

Επομένως, μάλλον πρόκειται για διαφορετικής προέλευσης ομόηχες λέξεις, χωρίς όμως να αποκλείεται η αλληλεπίδρασή τους, όπως συμβαίνει σε πλείστες όσες περιπτώσεις (πα)παρετυμολογιών ή διαφορετικών ετυμολογιών ομόηχων λέξεων.

Πάσα: ΜΧΣ, Χότζας.

Υπάρχει κάτι το οποίο να μπορεί να ενόνετε το παντελόνι με το μπουφάν ώστε να μην γεμίζει το μπουφάν απο μέσα με χιόνι όταν τρόω σαβούρα; (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ως φαγητό, η σαβούρα είναι το φτηνό φαγητό κακής ποιότητας που περιλαμβάνει πολλά λιπαρά.

Ειδικά για τους body-builders, είναι τα συμπληρώματα διατροφής με μεγάλη περιεκτικότητα σε carb (υδατάνθρακες), ή -δευτερευόντως- και το οποιοδήποτε γεύμα περιέχει πολλούς υδατάνθρακες. Η σαβούρα είναι πλήρως απαραίτητη όταν το μπιλντέρι είναι στον όγκο. Τότε ο σφίχτερμαν την θέλει την σαβούρα, την χρειάζεται, δεν την φοβάται.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενώ για τους κοινούς θνητούς ως σαβούρα θεωρείται περισσότερο το λίπος και δευτερευόντως οι υδατάνθρακες, αντιστρόφως, για τους σφίχτες, σαβούρα θεωρούνται περισσότερο οι υδατάνθρακες και δευτερευόντως το λίπος. Αυτό συμβαίνει επειδή οι μεν μπίλντερς προσέχουν το λίπος όπως ο διάολος το λιβάνι (ακόμη κι όταν ογκώνονται), οι δε κοινοί θνητοί ενίοτε υποτιμούν αφελώς το πόσο παχυντικοί είναι οι υδατάνθρακες.

Πηγή: Jeanoir, encore.

  1. Να περπατήσουμε λίγο, γιατρέ μου, να κάψουμε τις σαβούρες που φάγαμε στον μάκη.

  2. α. Την σαβούρα μην την φοβάσαι. Την θέλεις την σαβούρα!
    (Προτροπή έμπειρου μπιλντεριού προς νέοπα, που θέλει να δει γρήγορα αποτελέσματα).
    β. Τώρα που χειμωνιάζει πάω να πάρω τίποτα σαβούρες να ογκωθώ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για την πολύ άσχημη γκόμενα που δεν ενδιαφέρει κανέναν και η μόνη της χρησιμότητα θα ήταν ως σαβούρα (πρόσθετο βάρος για την διατήρηση της ισορροπίας σε πλοία ή αερόστατα).

Χρησιμοποιείται επίσης και ως απαξιωτικός χαρακτηρισμός, ανεξάρτητα από την εξωτερική εμφάνιση.

  1. - Τι γίνεται ρε γαμώτο; Όλο σαβούρες μου την πέφτουν!
    - Να λες κι ευχαριστώ ρε... Τι να πω κι εγώ που μου την πέφτουνε μόνο πισωγλέντηδες, και είναι και άσχημοι;!!

  2. - Καλά, απίστευτο γκομενάκι η Εύη, έχω τρελαθεί με την πάρτη της...
    - Άσε με ρε με τη σαβούρα! Δεν την πάω καθόλου, είναι πολύ ψωνισμένη...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified