Η ονομασία που επικρατεί στα βόρεια για την μαγιονέζα, την σως πάπρικα και ό,τι μπαίνει σε σάντουιτς που αλείφεται(!). Προσοχή όμως! Τζατζίκι, τυροκαυτερή, κηπουρού και ότι άλλο περιέχει κάτι σε κρέας, λαχανικό ή οπωροκηπευτικό δεν είναι αλοιφή, αλλά «σαλάτα».

– Φιλλλαράκι, αλοιφή να σε βάλω στη πίτα;
– Βάλε λίγη bepanthol γιατί μου 'χει καεί η γλώσσα.
– Αααα, Αθηνέζος είσαι φιλλλαράκι και λες τόσο ωραία αστεία;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δηλώνει την κατάσταση που βρίσκεται κάποιος μετά από μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ η οποία συνήθως είναι ένα βήμα πριν το νοσοκομείο!

Άσε, χθες το πρωί που γυρίσαμε από το κλαμπ είχαμε γίνει όλοι αλοιφή! Μάλλον θα ήταν μπόμπα τα ποτά.

Για συνώνυμα δες λιάρδα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified