Αγγλικανιστί: chubby chaser.
Ακολουθεί σεντόνι με κρητικές παρατηρήσεις ειδικού σκοπού και ενδιαφέροντος:
Πάω στοίχημα ότι κάποιος Παπαμιχαηλίζων στην ελληνική επικράτεια, έχοντας (όπως θέλει ο ίδιος) διαβάσει το/α σχόλιο/α πιο πάνω για το «παίζω» στην Κρήτη, και αυθυποβαλλόμενος σχετικά με το τι άκουσε στις καλοκαιρινές του διακοπές, το έχει ήδη πετάξει το διαλεκτικό Σμαράγδι του: «ωρέ κοπέλια, επαίξανε τον Μανωλιό!».
Για να μην στρογγυλεύουμε το πράμα, το παίζω ναι μεν σημαίνει και στην Κρήτη πυροβολώ, αλλά...
Το παίζω στην Κρήτη γενικά χρησιμοποιείται όπως το χτυπώ (πλήττω, με ή χωρίς θόρυβο): παίζω μια με την κατσούνα (=χτυπάω με τη μαγκούρα), παίζω μια με το μανάρι (=χτυπάω με το τσεκούρι), λέγεται ακόμα και παίζω του ένα χτύπο (=το(ν) χτυπάω). Σημαίνει και κρούω, παίζω την καμπάνα, παίζω την κόρνα.
Πάντα δηλαδή εννοείται ένα άμεσο αντικείμενο σε αιτιατική, το οποίο μπορεί να είναι σύστοιχο: παίζω μια (κατσουνιά/έ) με την κατσούνα. Αυτό το οποίο πλήττεται από το χτύπημα (έμμενο αντικείμενο) μπαίνει πάντα σε γενική. Π.χ. παίξε μια τση τηλεόρασης μήμπας και σιάξει (=ρίξε μία στην τηλεόραση μήπως και φτιάξει... νοσταλγία!) ή παίξ' του μια να πάει πέρα πέρα, δηλαδή, σπρώξ' το να φύγει από τη μέση.
Ειδική κάπως περίπτωση είναι το παίζω όταν σημαίνει πυροβολώ. Μπορεί να σταθεί και μόνο με το άμεσο αντικείμενο σε αιτιατική: π.χ. παίζω μια μπαλωτέ (ή μπαλωθιά) ή απλά παίζω μια (και δυο, και τρεις...). Όταν δεν υπάρχει έμμεσο αντικείμενο, σημαίνει είτε ότι έπαιξα στον αέρα «ασκόπως», είτε ότι δεν πέτυχα το στόχο μου.
Αν υπάρχει έμμεσο αντικείμενο και είναι άψυχο, μπορεί να σταθεί και μόνο με αυτό, πάντα σε γενική, αν και είναι πολύ σπάνιο. Π.χ. επαίξανε μρε του ΟΤΕ και εκόπηκε το τηλέφωνο (δηλαδή, κάποιος πυροβόλησε το στήλο του ΟΤΕ και...). επαίξανε τον ΟΤΕ δεν παίζει.
Αν υπάρχει έμψυχο αντικείμενο (άνθρωπος, κυνήγι) μπορεί να είναι μόνο έμμεσο αντικείμενο, και μπαίνει πάντα στην γενική, αλλά σπάνια θα λεχθεί χωρίς να υπάρχει και το άμεσο αντικείμενο, έστω ελλειπτικά, σε αιτιατική, προφανώς γιατί είναι λιγότερο αυτονόητο με ποιο τρόπο μπορεί να χτυπήσανε έναν άνθρωπο. Επαίξανέ-ν-του Μανώλη μια [μπαλωτέ]. επαίξανε τον Μανώλη. Αν θέλετε να πείτε ότι χτυπήσανε κάποιον, χωρίς να πείτε το πως (δηλαδή, με την έμφαση στο θύμα, όχι στο πλήγμα), μπορείτε να πείτε ότι εβαρήκανε του Μανώλη (=τον βαρέσανε).
Άλλο είναι το παίζω κάποιον ή περιπαίζω κάποιον = κοροϊδεύω, που προφανώς είναι από το παίζω και όχι το παίω, και παίρνει αντικείμενο σε αιτιατική.
Είναι ενδιαφέρον ότι (απαρχαιωμένες, λογοτεχνικές ή πλήρως εξαφανισμένες) λέξεις με προέλευση ή συγγενείς στο παίζω (και όχι το παίω) έχουν σχέση με σκοποβολή και πυροβολισμούς: π.χ. παιγνιώτης = ο καλός σκοπευτής, το παιγνίδι = η σκοποβολή (απ' ό, τι ξέρω όμως όχι το παιγνίδι = το θήραμα όπως the game στα εγγλέζικα).
Συγγενής της κουμπαρομπεμπέκας.
Ξεχάσατε και το «θα φορέσουμε τα φερκότια» (fur coat).
Also sprach Zarapustra
Ιάσονα, κι εγώ σ' αγαπώ.
Φωτοσοπιά απεδείχθη το μήδι...
Μπράβο ρε Νάκα!
Μάλλον σε λάθος ορισμό βρήκα να κάνω το παρθενικό μου σχόλιο. Λοιπόν, υπάρχει και μία άλλη εκδοχή. Ο Τούρκος παλιός συγκάτοικός μου μου είχε πει κάποτε ότι αυτοί το λένε «Περσικό». Μετά ρώτησα έναν φίλο μου Ιρανό (μένω Καλιφόρνια οπότε μην παραξενεύεστε για το πού τους βρίσκω) και μου είπε ότι λέγεται «Qazvin style». Το Qazvin είναι πόλη της Περσίας που φημίζεται για ανωμαλίες κλπ, και μάλιστα είναι πηγή ανεκδότων, όπως π.χ. έχουμε εμείς τα Ποντιακά ανέκδοτα. Παράδειγμα: μια μαμά δε βρίσκει το παιδί της, και πάει στην αστυνομία και δίνει περιγραφή: «8 χρονών, στρουμπουλά μπούτια, φορούσε σορτσάκι, ροδαλά μαγουλάκια» και ο αστυνομικός πιάνει τον ασύρματο και λέει: «οχτάχρονος χάθηκε στην περιοχή του νότιου Κάζβιν. Περιγραφή: ματς μουτς» ( φίλημα στα δάχτυλα)
Συμπέρασμα: οι δυτικοί το ρίχνουν σε μάς, εμείς στους Τούρκους, οι Τούρκοι στους Πέρσες, και οι Πέρσες σε συγκεκριμένους Πέρσες.
Τώρα που ξαναείδα το άρθρο, έχω μια αμφιβολία για το «κωλοπλυμένος». Αν το λέει ο Πετρόπουλος ότι αφορά τους δυτικοφερμένους πάω πάσο, αλλά θυμάμαι κάπου (αλλά πού; δεν γκουγκλίζεται) να το έχω δει για τους Τούρκους. Οι οποίοι Τούρκοι και γενικά μουσουλμάνοι, άλλωστε, έχουν και σήμερα στις τουαλέτες τους ρουξούνι, διότι δεν σκουπίζονται αλλά πλένονται.
Οι Αργείτες αποκαλούν κωλοπλένηδες τους Ναυπλιώτες. Το ακλήρημα οφείλεται μάλλον στο ότι χρησιμοποιούσαν τούρκικα αποχωρητήρια, αν και οι ίδιοι οι Ναυπλιώτες προτιμούν την εξήγηση ότι ήρθαν μετά την απελευθέρωση πολλοί φραγκοφορεμένοι,.
ο γιος του γαμάω; αχχαχα
ήξερα έναν που ήταν ίδιος ο πρωτοξάρφος του γιού του γαμάω...
Το δεύτερο μήδι του Χαν θυμίζει παλιό αγαπημένο λήμμα τςη iron :-)
Άξια μνείας μέρες που 'ναι η χρήση από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη της λέξης τουμπλέκια, βλ. εδώ:
«Να πώς απαντά ο Καραϊσκάκης στην πρόταση συμφιλίωσης που του στέλνει στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Ν. Στορνάρης: «Γενναιότατε αδελφέ καπ. Νικόλα, …είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια [τουρκικά όργανα του ιππικού] ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες [ελληνικά όργανα]. Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ…». Η ανταπάντηση ήρθε στο ίδιο κλίμα: «Επειδή έχεις και τουμπλέκια και τρουμπέτες βάστα, λοιπόν, διότι ο πούτζος μας και με τουμπλέκια και με τρουμπέτες θέλει σε κυνηγήσει…».
Νέα ανάρτηση του Ν. Σαραντάκου με το ίδιο θέμα.
Στα δικά σας χρόνια δεν ξέρω πως ήταν,πάντως τώρα τα νούμερα πάνε ως εξής:
Θαλαμοντογκι/Περίπολο
1ο νούμερο: 15:00-18:00 / 00:00-02:00 / 06:00-09:00
2ο νούμερο: 18:00-21:00 / 02:00-04:00 / 09:00-12:00
3ο νούμερο: 21:00-00:00 / 04:00-06:00 / 12:00-15:00
Σκοπέτο
1ο νούμερο: 14:00-16:00 / 22:00-00:00 / 06:00-08:00
2ο νούμερο: 16:00-18:00 / 00:00-02:00 / 08:00-10:00
3ο νούμερο: 18:00-20:00 / 02:00-04:00 / 10:00-12:00
4ο νούμερο: 20:00-22:00 / 04:00-06:00 / 12:00-14:00
Επίσης το αβασάνιστα αναφέρετε και σε πρόθεμα αγγελιών για αλφαβητική σειρά ώστε να βρίσκετε το θέμα πρώτο.
Πολύ διαδεδομένο στο Φέισμπουκ, όταν λ.χ. σκάει μια καινούργια είδηση και γράφει κάποιος ψιλοειλικρινώς «το τάδε τι φάση;» και επακολουθεί διάλογος στα σχόλια, ή όταν κάποιος λέει «το τάδε τι φάση;» ψιλοειρωνικά και μετά απαντάει μόνος του κράζοντας ή λέγοντας την εξυπνάδα του.
Με τον χρόνο έχει μειωθεί η πίστη μου σε αυτό το δόγμα. Το «φαί», ας πούμε, δεν μου κάθεται καλά. Για να δω: «φαΐ». Χμμμ... Αμυδρά καλύτερα.
Αλλάζοντας προσωρινά θέμα, να πω κάτι άλλο. Από παλιά ήξερα τον κανόνα ότι δεν ανάβουμε φλας αν η αλλαγή πορείας μας είναι υποχρεωτική. Ένας ωραίος πράγματι, καθαρός κανόνας που φαίνεται να κάνει ανεξαίρετα τη δουλειά του. Μετά από πολλά χρόνια στο τιμόνι, κάποιος δάσκαλος οδήγησης μου έκανε παρατήρηση γιατί δεν άναψα ένα φλας, οπότε του απάντησα με τον κανόνα: ότι όλες οι άλλες επιλογές πορείας μου ήταν απαγορευμένες, άρα αυτή που επέλεξα ήταν υποχρεωτική και δεν χρειαζόταν να την δείξω με φλας. Αυτός είχε διαφορετική άποψη: «εσύ άναψέ το για να είσαι σίγουρος ότι όλοι οι οδηγοί κατάλαβαν που θα πας κι ας το ανάψεις τζάμπα».
Θέλω δηλαδή να πω πως, μερικές φορές, εκείνη τη στιγμή της ρέουσας ανάγνωσης, μια-δυο κατευθυντήριες γραμμές παραπάνω στον αναγνώστη-οδηγό βοηθούν και δεν επιβαρύνουν το κείμενο, ακόμα και αν αντιτίθενται σε έναν (αξιόλογο!) γενικό κανόνα.
Άλλο παράδειγμα είναι ο τόνος στο «τι», που εγώ ενίοτε βάζω, κυρίως ασυναίσθητα, αλλά μετά δεν το διορθώνω, π.χ. «τί;;;»
Αυτή, βέβαια, η «απεξάρτηση» από την κανονιστική αυστηρότητα και η εστίαση στην εξυπηρέτηση της ανάγνωσης μπορεί να λειτουργήσει και προς την κατεύθυνση της απαλοιφής των διαλυτικών. Στο «σάντουιτς», δηλαδή, χωρίς διαλυτικά, έχω ήδη διαβάσει δύο συλλαβές και τον τόνο της λέξης και μαντεύω -πρακτικά είμαι βέβαιος - ποια είναι η λέξη και πως θα την ολοκληρώσω. Ενδεχομένως εκεί τα διαλυτικά μπορούν με ασφάλεια να λείπουν.
Ακριβώς. Διαλυτικά δεν μπαίνουν όταν δεν είναι απαραίτητα. (Έτσι π.χ. είναι λάθος να βάζουμε διαλυτικά στο φαί, ο τόνος αρκεί να μας δείξει ότι έχουμε δύο συλλαβές).
Εδώ λοιπόν έχουμε 3 φωνήεντα, ο, υ, ι, που μπορούν να κάνουν τρεις πιθανούς συνδυασμούς:
α) ο+υι [oi] - γράφεται ουι
β) ου+ι [ui / wi] γράφεται ουϊ
γ) ο+υ+ι [oii] δεν απαντά αλλά υποθέτω ότι θα γραφόταν ικανοποιητικά ως οϋι
Αν υποθέταμε ότι το ουι προφερόταν [ui], τότε, όταν θέλαμε να γράψουμε «ο+υι» τι θα κάναμε, θα βάζαμε διαλυτικά στο όμικρον;
(Η ακολουθία «ο+υι» απαντά σε μία μόνο λέξη απ' όσο ξέρω, κι αυτή αρχαία, όχι νεοελληνική: τη μετοχή ακηκοώς/ακηκουία/ακηκοός του πρκ του ρ ακούω. Αλλά στα νέα ελληνικά δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να λέει ότι τέτοια ακολουθία δεν μπορεί να υπάρξει.)
Συμπέρασμα: τα διαλυτικά είναι απολύτως απαραίτητα και στο σάντουϊτς, και στο ουΐσκι, και σε κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση.
(Βλ. στην σλανγκική Βιβλιογραφία και το λήμμα Φρύδα Κάλο, ενώ αν δεχτούμε έναν συσχετισμό ανάμεσα στα φρύδια και τα φρύδια, τότε ο φρυδέμπορας μπορεί να συγκριθεί με τον αρχιδέμπορα).