1. Η αιμορροΐδα (στα πελοποννησιακά ιδιώματα), άλλως ζοχάδα.

  2. Η τσαντίλα, ο μεγάλος εκνευρισμός.

Παράγωγα: τζοχαδιάζομαι, τζοχάδας /-α, τζοχαδιακός /-ιά

  1. Πάλι τζοχαδιάστηκες με το τίποτα, ρε ηλίθιε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Επισκέπτης

Γειά σου Αλάριχε με το βιολάκι σου! Να προσθέσω το ότι ετυμολογικά τα λεξικά λεν ότι είναι από το μεσαιωνικό εσοχάδες... Δλδ τα έσω που βγαίνουν όξω όπως οι αιμοροϊδες... Καλή όρεξη.

#2
Αλάριχος Τεκέλογλου

Πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία. Σε ευχαριστώ πολύ ΜΧΣ (το ΜΧΣ από το «μη χέσω», φαντάζομαι;;;)