Το δωμάτιο ή χώρος γενικότερα χωρίς παράθυρο, φεγγίτη η κάποια είσοδο φυσικού φωτισμού.

- Με πιάνει κατάθλιψη σ εκείνο το τυφλό δωμάτιο.

(από iwn, 04/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
iron

μήπως να έγραφες ρε Ίων ένα λήμμα, «τυφλός», και να έχωνες μέσα όλες τις υποπεριφτώσεις; συμφωνούτε και οι άλλοι;

όχι τπτ άλλο, αλλά πχ στο σκότωμα θα μπορούσαν τότε να λινκαριστούν οι λέξεις τυφλός (βλ. ορισμό και παράδειγμα)

#2
iwn

Tρέφω μια ιδιαίτερη εκτίμηση στα σύντομα λήμματα, πάντως
de gustibus et coloribus non disputantum.