Περπατώ καμαρωτός και κορδωτός, όλο περηφάνια και αυταρέσκεια. Στις παλαιότερες εποχές, πριν την έλευση των μεταναστών, οι τσιγγάνοι ήταν αυτοί που πολύ συχνά δούλευαν στα χωράφια. Η εικόνα των εργατών που περπατούσαν με το σκεπάρνι στον ώμο πηγαίνοντας στη δουλειά είναι η ρίζα της έκφρασης, αφού το σκεπάρνι ήταν υπερυψωμένο και ξεχώριζε από μακριά.

Για δες παιδί... Από τότε που κέρδισε στο Κίνο περπατάει στο δρόμο καμαρώνοντας σα γύφτικο σκεπάρνι.

Για να μαθαίνουν οι νέοι και να θυμούνται οι Γύφτοι (από MXΣ, 26/08/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
sarant

Μερικές παρατηρήσεις: πρώτον, δεν λέγεται μόνο για όποιον περπατάει. Μπορεί και να στέκεται κορδωμένος. Δεύτερον, κτγμ δεν έχει σχέση με τους τσιγγάνους εργάτες γης (που άλλωστε δεν είναι τόσο παλιό φαινόμενο, ενώ η έκφραση είναι παλιά), αλλά ίσως με το «γύφτικο σκεπάρνι» που είναι εργαλείο με λαβή κυρτή, το οποίο μοιάζει με την εικόνα ανθρώπου προγάστορος. (Α.Α.Παπαδόπουλος, Φρασεολογικά Γ', σελ. 23).

Παράδειγμα: Του αγόρασε τότε και το πρώτο του κουστούμι με μακριά παντελόνια, και καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι.
(Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι)

Άλλο, παλιό:
Κι ακούσας ο Πρωθυπουργός κορδόνι και κορδόνι
ωσάν σκεπάρνι γύφτικο προβάλλει στο μπαλκόνι
(Σουρής 1895)

#2
ΠΡΩΤΕΥΣ

proud as peacock!

#3
vasilist4

Το σκεπάρνι ΔΕΝ είναι γεωργικό εργαλείο αλλά οικοδομικό (των καλουπατζήδων), για να καρφώνει και να βγάζει πρόκες και να σχίζει τάβλες. Το μεταλλικό μέρος που στηρίζεται στο στυλιάρι έχει κλίση προς τα κάτω για να βοηθά τον καλουπατζή με την φόρα του χεριού από πάνω προς τα κάτω, να χτυπά την τάβλα στο ένα άκρο της και να την ανοίγει. Με την πολλή χρήση, το στυλιάρι φθείρεται στο σημείο που συγκρατεί το μεταλλικό μέρος του εργαλείου με αποτέλεσμα αυτό σιγά-σιγά να παίρνει κλίση προς τα πάνω. Έτσι, το εργαλείο γίνεται ουσιαστικά άχρηστο αλλά... «κοιτά περήφανα προς τα πάνω». Αυτό είναι το ουσιαστικό νόημα της έκφρασης «Καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι : »Υπερήφανος αλλά άχρηστος«. Λέγεται δε »γύφτικο« τέτοιο σκεπάρνι λόγω του ότι οι γύφτοι καλουπατζήδες δεν ανανέωναν εύκολα τα εργαλεία τους (ίσως λόγω φτώχειας) και τα χρησιμοποιούσαν »μέχρι τελικής πτώσεως«.

#4
salina

Και από το γύφτικο σκεπάρνι και από το γύφτικο καρφί, μου είχε δοθεί η εντύπωση ότι ίσως οι γύφτοι ήταν σιδεράδες.
Βέβαια ειδικά για το καρφί, ο μύθος λέει ότι γύφτος έφτιαξε τα καρφιά που σταύρωσαν τον χριστό, και ακόμη παλιότερος μύθος λέει ότι οι γύφτοι κατάγονται από τον χρυσοχόο που έφτιαξε το χρυσό μοσχάρι που προσκυνούσαν οι εβραίοι όσο περίμεναν τον μωυσή να κατέβει απ το τετ α τετ με τον θεό. Ο μωυσής καταράστηκε αυτόν και τους απογόνους του να περιπλανώνται στον αιώνα τον άπαντα.
Αυτοί οι μύθοι βέβαια εξηγούν ή αιτιολογούν τον ρατσισμό, δεν αποδεικνύουν ότι είχαν παράδοση στην κατεργασία μετάλλων.

Το μόνο που μούρχεται τώρα στο μυαλό και ίσως αποδεικνύει τον συλλογισμό μου είναι το ποίημα του Καρυωτάκη

Μπρούτζινος γύφτος -τράλαλα!- τρελά πηδάει κει πέρα
χαρούµενος που εδούλευε
το µπρούτζον οληµέρα
και πού ‘χειτη γυναίκα του
χτήµα του και βασίλειο. Μπρούτζινος γύφτος -τράλαλα!- δίνει κλωτσιά στον ήλιο!»

#6
σφυρίζων

Μας έφτιαξες τη μέρα Σαλίνα με τον Καρυωτάκη!

#7
salina

Δεν πρέπει να έχετε παράπονο, και παραμυθάκια σας είπα, και ποιματάκια... :-)

[I][καλέ εγώ εσένα σε καλωσόρισα; δε σε καλωσόρισα!
βελκαμ μπάκ][/I]

#8
σφυρίζων

[Θένκια!]

#9
dryhammer

Γύφτους και ατσίγγανους λέγανε προπολεμικά τους σιδεράδες και (α)τσιγγαναριό το σιδεράδικο.

#10
Khan

#11
dryhammer

«Όποιος δε(ν) θέ(λει) ν' ακού(ει) σφυριές, στον ατσίγγανο δεν πά(ει)» (παροιμία)