Further tags

Ατάκα που συνήθως λέγεται με ειρωνικό τρόπο ως απάντηση σε φράση που λέγεται για στόχους επίδειξης,αλλα στην πραγματικότητα είναι κάτι εντελώς ασήμαντο και φτηνό.

Μάγκες εγώ πέρασα το μάθημα με 8,σας πήδηξα! Να σου πάρουμε ενα ποδήλατο αγόρι μου,μπράβο!

Ακόμα πιο εξελιγμένη έκδοση που υπερισχύει αυτής,(για κάτι ακόμα πιο ηλίθιο και ασήμαντο) χρησιμοποιέιται η έκφραση "να σου πάρουμε μια πάστα"

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σκωπτικός χαρακτηρισμός για πολύ ψηλή γυναίκα (πάνω από 1.80)

-Πριν λίγο μπήκε η Άννα και πήγε προς το μπαρ, την είδες; -Ε πως δεν την είδα ρε; Όλους 1 κεφάλι τους ρίχνει το όρθιο χιλιόμετρο.

Got a better definition? Add it!

Published

Επιφώνημα στη θέση του "Χριστέ μου" ή του ανάλογου ομιτζί.

Προφέρεται με επιτηδευμένη προφορά σε ένδειξη ανωτερότητας επιπέδου, σε περιπτώσεις έκπληξης, απαξίωσης, θαυμασμού, ειρωνείας κλπ.

Τζίζους! Τι ακαταστασία είναι αυτή!

Τζίζους! Κοίτα ποιος πήγε στο Παρίσι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αν και δεν είναι αποκλειστικά ελληνική έκφραση, αλλά μάλλον διεθνής, η χρήση της έχει κατακλύσει τα κοινωνικά δίκτυα και αναφέρεται και από Έλληνες χρήστες. Η φράση χρησιμοποιείται με σαρκαστική διάθεση εναντίον οποιουδήποτε εκφράζει κάποια ξεπερασμένη ή παλιακιά άποψη. Η ελληνική απόδοση της έκφρασης βρίσκεται κάπου μεταξύ του "δε μας χέζεις ρε μπάρμπα" και του "ρε μπάρμπα, βγάλε το σκασμό επιτέλους, πήξαμε στη μαλακία".

Boomers είναι στην πραγματικότητα η γενιά των ανθρωπων οι οποίοι γεννήθηκαν κατά τα έτη 1946-1964, δηλαδή η γενιά που στην Ελλάδα μέχρι πρότινος, αναφέραμε ως "γενιά του Πολυτεχνείου". Συγκεκριμένα, μετά τον Β' Π.Π. οι άνθρωποι ξεπατώθηκαν να καβαλιούνται, με αποτέλεσμα μια ταχεία παγκόσμια αύξηση των γεννήσεων (έγινε "μπουμ") εκείνη την περίοδο. Οι μπούμερς είναι η γενιά η οποία εδραίωσε με τις πράξεις της τον καπιταλισμό και κατέστρεψε μια για πάντα την περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη, ενώ ταυτόχρονα χέστηκε στα γκαφρά.

Παιδιά των μπούμερς είναι οι millenials (μιλλένιαλς), άνεργοι και αποτυχημένοι (σύγχρονοι) τριαντάρηδες, των οποίων η ζωή καταδικάστηκε για πάντα στη λήθη από τις επιλογές των γονιών της, δηλαδή των μπούμερς (μπαμπά σ'αγαπώ κι ας τό'ριξες πασοκ, αχ). Οι μπούμερς για πολύ καιρό κορόϊδευαν και υποτιμούσαν τους μιλλένιαλς, κατακρίνοντάς τους μεταξύ άλλων και για "υπερευαισθησία", αν και στην πραγματικότητα, τα δεδομένα που παρέδωσαν στους μιλλένιαλς και που οι τελευταίοι κλήθηκαν να διαχειριστούν, ήταν τραγικά (επαγγελματικά, οικονομικά και κοινωνικά).

Οι μπούμερς, ως άλλοι θείοι που κάθονται με τη νεολαία, υποτίμησαν τις επόμενες γενιές, πράγμα που τελικά τους γύρισε μπούμερανγκ: όταν αναγνωρίστηκαν οι συνθήκες που οδήγησαν την ανθρωπότητα στο χείλος της ανυπάρξιας (πάνω στο οποίο ακόμη παραπέουμε), οι μπούμερς κρίθηκαν ως οι απόλυτα ένοχοι. Και πλέον ο παλιός καλός καιρός, αναγνωρίστηκε ως μούφα. Και πια οι μπούμερς έγιναν αντικείμενο χλευασμού και ειρωνίας.

Κλείνοντας να σημειώσω ότι: (α) η φράση έχει κατηγορηθεί από τους ίδιους τους μπούμερς ως ρατσιστική ηλικιακά -ageist, αγγλιστί (μαλιστα, οκ μπούμερ) και (β) η φράση, λανθασμένα, χρησιμοποιείται και εναντίον ανθρώπων μικρότερης ηλικίας, κυρίως από πιτσιρίκια εναντίον των Generation X (οι νεολαίοι των 90ς).

Επίσης, για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, δεν τα κάνανε όλα λάθος οι δόλιοι. Στη γενιά αυτή οφείλεται το civil rights movement, το stonewall, το τρίτο φεμινιστικό κίνημα, το πασοκ... Ουπς, λάθος το τελεύταιο!!

Παράδειγμα:

-Κοίτα εκεί κατάσταση! Είναι πράγματα αυτά, νέα κοπέλα με τατουαζ και σκουλαρίκια στη γλώσσα; -Οκ μπούμερ.

-Το να υποτιμάς την άποψη κάποιου λόγω της ηλικίας του, είναι ρατσιστικο. -Οκ, μπούμερ.

Got a better definition? Add it!

Published

Τα γυαλιά οράσεως με χαρακτηριστικούς, υπερβολικά χοντρούς και αντιαισθητικούς φακούς που συνήθως καλύπτουν περισσότερα προβλήματα όρασης από τη μυωπία (μυωπία, αστιγματισμό, στραβισμό) σε έναν ασθενή, ή υψηλή/κακοήθη μυωπία (που μπορεί να εξελιχθεί σε καταρράκτη).

Συνήθως επιβαρύνουν αυτόν που τα φοράει λόγω του βάρους του σκελετού και τον αδικούν εμφανισιακά, κάνοντάς του τα μάτια, λόγω της υπερβολικής διάθλασης της σύνθετης εσωτερικής επιφάνειας τους, να φαίνονται υπερβολικά μικρά (στους πολύ ενισχυμένους φακούς) ή γενικώς μικρότερα του πραγματικού τους μεγέθους. Τώρα πλέον με την εξέλιξη στην οπτομετρική και στην κατασκευή των γυαλιών οράσεως τίθενται υγρά φίλτρα ενισχυμένα με πολύ λεπτές στρώσεις υάλων ποικίλης προέλευσης για να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα με το ελάχιστο δυνατό πάχος φακού. Έτσι τα ματομπούκαλα είναι εν πολλοίς παρελθόν. ματομπούκαλα


Συνθ. λέξη εκ του μάτι (ματ-), δείκτη σύνθεσης -ο- και μπουκάλι (μπουκαλ- με κλητικό επίθημα α). Συνώνυμο τα πατομπούκαλα, όπου εδώ ειρωνικά αναφέρεται πως κάποιος έχει χρησιμοποιήσει για γυαλιά τους πάτους (α'συνθ.)γυάλινων μπουκαλιών (β'συνθ.) που είναι χοντροί σαν τα αντιαισθητικά αυτά γυαλιά (από το πάτος και μπουκάλι).

Δύο φίλοι σε ένα μπαρ συζητούν:
- Κοίτα εκεί πίσω, με τρόπο.
- Ναι, τί; Ωραίο γκομενάκι.
- Όχι, όχι αυτήν, τη διπλανή...
- Ποιαν; Αυτή με τα ματομπούκαλα;
- Σσσσσς! Μην καρφώνεσαι! Ναι, αυτή!. Μ' έχει σταμπάρει με τα πατομπούκαλά της... Απορώ τί να έχουν από πίσω άραγε;...
- Κουκουτσόσπορους, δε βλέπεις;

ματομπούκαλα... ...πατομπούκαλα

Got a better definition? Add it!

Published

Επιβράβευση του μαλακα αουγκανου. Έκφραση/πράξη ειρωνικου τόνου.Εικονιζει ουσιαστικά παλαμακι από την ανάποδη.Μπορει να εκφραστεί λεκτικά η πρακτικά .

Μπαμπης : ε μπρο τσεκαρε καχλιδι Σπάιντερμαν σκιλς έχω . Νιονιός : ανάποδο παλαμακι φαμ (Δείχνει η λέει )

Got a better definition? Add it!

Published

Συνήθως χρησιμοποιείται σε μορφή ερώτησης προς τον κροκόδειλα της παρέας που έχει μαζευτεί για πιώμα. Κάθε φορά που αυτός "ξεχνιέται" να γυρίσει το τσιγάρο, ρωτάμε ειρωνικά "Σάμαλι;", εννοώντας "μήπως θες να σου φέρουμε και κάνα γλυκάκι;". Προέρχεται από τη συνήθεια των χασικλήδων να τρώνε γλυκό μετά το κάπνισμα, αφενός για τις λιγούρες, αφετέρου για να πάνε κάτω τα ζαφείρια και να φύγει η πικρίλα του μαύρου από το στόμα.

Συναντάται κυρίως στη βόρεια Ελλάδα.

-...PΗFFFFFiiiiFFFFF.......PΗFFFFFFOuOuOuOuFFFFF....PΗFFFFFiiiiFFFFF.......PΗFFFFFFOuOuOuOuFFFFF

- Σάμαλι;

- Άραξε ρε φίλε δυο τζούρες έκανα!

- Έλα να γυρνάει..

Got a better definition? Add it!

Published

Δυολεπτάκιας (ο, η)

Δυολεπτάκιας: Ατομο που διακόπτει την κυκλοφορία για χρόνο που συνήθως υπερβαίνει τα 2 λεπτά, αγνοόντας πλήρως τον ΚΟΚ και την παρακώλυση συγκοινωνιών (ειδικά το άρθρο 227 του Ποινικου κώδικα όταν μπλοκάρει λεωφορείο) , όπως και τις σχετικές προβλεπόμενες ποινές.

"-Ει! Που πα ρε φιλε και το μολάρεις μόστρα μπροστά στο μαγαζί; Ειναι "ορθοπαιδικά είδη" το μαγαζί, μπαίνοβγαίνουν καροτσάκια λεμεεεε! Είσαι και πάνω στην διάβαση! Βρεφονηπιακός σταθμός απο δίπλα! -Πως κάνεις έτσι, κύριος; Δυό λεπτάκια θα κάνω!"

Got a better definition? Add it!

Published

Ειρωνική επωδός σε παρατεταμένα ή επαναλαμβανόμενα κούφια λόγια, σε ξύλινη γλώσσα, αοριστολογίες, παπαρολογίες, καθώς και σε ήδη ειρωνείες.

Κοντινά λήμματα: αλ σικιμέ βουρ ντουβαρά, κασέτα.

Φοίνικες και ταλαράκια το πουγκί μου κουδουνίζει,
και το στόμα μου σαμπάνιες και ρυζόγαλο μυρίζει·
χαιρετάτε με με σέβας, με βαθύν προσκυνισμόν·
επιστάτης, κύριοί μου, έγινα οικοδομών.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.

Έκτακτε Διοικητή μου, πόσα γρόσια θησαυρίζεις;
Όσα παίρνω σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο τα κερδίζεις;
Έκτακτα τον μήνα παίρνεις εσύ χίλια… κι ας να μη!
Εγώ παίρνω τρεις χιλιάδες εις την κάθε πιθαμή.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.

Η αυτού Πανεξοχότης μ' αγκαλιάζει κάθε μέρα.
Μα ρημάζω το Ταμείον; Αλλού βλέπει, βρέχει πέρα,
φθάνει μόνον, πουρνό βράδυ, να τον λέγω εις τ' αυτί
τι φρονεί ο ένας κι άλλος και τι δρόμο περπατεί.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.

Σήμερον το Ναύπλιόν μας η πρωτεύουσά μας είναι·
αύριο θα είναι, λέγουν, αι περίφημαι Αθήναι.
Τότε, γρόσια μιλιούνια τότε δα θα ξοδευθούν,
και πατόκορφ' απ' εμένα αι Αθήναι θα κτισθούν.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.

Κριματίζει όποιος λέγει πως εγώ μισώ τα φώτα·
τα σχολεία, στην τιμή μου, τ' αγαπώ απ' όλα πρώτα·
και πολλές φορές λαχαίνει στ' όνειρό μου να ιδώ
πως οικοδομώ Μουσεία, κι απ' το στρώμα τραγουδώ:
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.

Με κολνούνε οι γυναίκες και γλυκές ματιές με ρίχνουν·
μ' όλες μου τες άσπρες τρίχες πως μ' ορέγουνται με δείχνουν·
γαμβρός είμαι όπου πάγω, κι εις το κάθε σπιτικό
ταπεινότατες προτάσεις υπανδρείας αγρικώ.
Τερερέμ, λαλά, λαλά·
η δουλειά πάγει καλά.

Αλέξανδρος Σούτσος, 1831, απο δώ

Εκείνη την εποχή ήταν ακόμη άγνωστο πότε θα αναπτυχθεί βιομηχανικά η Ελλάδα [...], ήταν όμως ήδη γνωστό πως το ογδονταένα, μετά την αλλαγή φρουράς των συντηρητικών ραμολιμέντων στην εξουσία, είχε έρθει η σειρά των νέων και σφριγηλών εκσυγχρονιστικών δυνάμεων της χώρας που υπόσχονταν και διαλαλούσαν πως επρόκειτο να διαχειριστούν τα κοινά με αξιοκρατία και κοινωνική ευαισθησία στο πλαίσιο του νέου κράτους των Ελλήνων εργαζομένων, του κράτους της Αλλαγής που χρόνια το περίμεναν. Τεριρέμ. Ψαλμός για να κρατά το ίσο στη διάρκεια της τελετουργικής κατασπάραξης του δημόσιου πλούτου από τα νέα αφεντικά, σοσιαλιστικά αυτή τη φορά, που 'χαν περιβληθεί την πορφύρα και την ανέμιζαν στον αέρα όπως μοντέλα στην πασαρέλα. Και ήταν οι ίδιοι οι χθεσινοί τους όμοιοι, οι οποίοι τους είχαν εντωμεταξύ εκλέξει να διαχειρίζονται το κοινό ταμείο, και είχαν επιδιώξει όχι μόνο να εκπροσωπούνται απ' αυτούς, αλλά και απαιτήσει να είναι ολοφάνερα αρχοντική η συμπεριφορά τους – όχι μόνον να είναι, αλλά και οπωσδήποτε να μοιάζουν άρχοντές τους. Ποιος ξέρει, ίσως επειδή, προσβλέποντας και στη δική τους μελλοντική αναρρίχηση σε κάποιο ρετιρέ της εξουσίας, έστω πρώην πλυσταριό ταράτσας, ήθελαν να εξασφαλίσουν πως όλες αυτές οι χάντρες, τα λιλιά, τα καθρεφτάκια και τα διαδήματα θα στόλιζαν κάποια στιγμή και τα δικά τους μούτρα, θα μακιγιάριζαν και τη δική τους προσφορά στην κοινωνία, όταν θα ερχόταν η ώρα της επόμενης αλλαγής, η ώρα ενός ζεϊμπέκικου που καπνίζει πούρο. Τεριρέμ. Οποιοσδήποτε ελάχιστα νηφάλιος νους είχε αφήσει να παρασυρθεί απ' τον πασοκικό στρόβιλο τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, τον γνώριζε τον ψαλμό. Τεριρέμ.

Δημήτρης Νόλλας, «Μάρμαρα στη μέση», Ίκαρος, 2015

Προέλευση και ολίγη ευθυμία

Η λέξη προέρχεται απο τη βυζαντινή μουσική, οπου, μαζί με άλλες ανάλογες λέξεις, εκφέρεται κατα την ψαλμωδία για καθαρά ρυθμικούς λόγους, στα λεγόμενα κρατήματα (υπόψιν και η έκφραση κρατάω το ίσο). Το φαινόμενο στη μουσική είναι γνωστό, απο τη χρήση του αμάν στους αμανέδες και το γιο του χίπ-χόπ, ώς φυσικά και την παράδοση του σκάτ στην τζάζ. Βλέπε και ορισμό στο Βικιλεξικό.

Παράδειγμα οριτζινάλ από τον Θεόδωρο Βασιλικό.

παρμένο απο ιστολόι

- Can anyone tell me what the word "τεριρέμ" means?
- Nothing. It's a nonsensical syllable used in Byzantine Orthodox Ecclesiastical music in order to prolong the melody and fill the gaps during the Service. The syllables "terirem", "tenena", "terute" are called «κρατήματα» (kra'timata, plural neuter nominative of the noun «κράτημα» ('kratima)-->lit. grip, handhold).

απο συζήτηση στο φόρουμ του γουόρντ ρέφερενς

Η λέξη, καθότι εκκλησιαστική, έχει δώσει έναυσμα σε διάφορες χαριτωμένες, ευφάνταστες θεωρίες που επιχειρούν να τη δικαιολογήσουν.

Πρόκειται για τη στιγμή που η κοσμική εξουσία συναντά την Υπέρτατη! Είναι η ώρα που ο βασιλεύς της Βασιλευούσης εισέρχεται στο παλάτι του Βασιλέα των βασιλέων! Είναι το χρονικό σημείο που ο προσκυνούμενος θα γίνει προσκυνών! Φανταστείτε τον ψίθυρο και την αναταραχή κατά τη στιγμή που ο πρώτος τη τάξει της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εισέρχεται στην Αγία Σοφία ευθυτενής και αγέρωχος, λαμποκοπώντας ανάμεσα σε χρυσάφια και πορφύρες, σέρνοντας σαν κομήτης ουρά από παρατρεχάμενους ανάλογης ενδυμασίας και αναγνωρισιμότητας. Όλες οι βασιλικές μετακινήσεις και συμπεριφορές –ακόμη και σήμερα- διέπονται από πρωτόκολλο που καθορίζει τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο που θα γίνει το κάθε τι, προβλέποντας και την τελευταία λεπτομέρεια. Είναι συνεπώς αδύνατο, συνάντηση κορυφής, αντάμωμα εξουσιών, να γίνεται απουσία πρωτοκόλλου. Είναι αδύνατο για παράδειγμα ο αυτοκράτορας να εισέλθει στο ναό έπειτα από του Αγίου Ευαγγελίου το ανάγνωσμα ή μετά τον Ακάθιστο. Αδύνατη βεβαίως και η έλευση του εν μέσω αυτών. Διότι αν μία και μόνο καλλονή, όπως ανέφερα σε προηγούμενη ανάρτηση, προκαλεί ενδεχόμενη αναταραχή στο εκκλησίασμα, μπορεί ο οποιοσδήποτε να καταλάβει τι επικρατεί τη στιγμή της ελεύσεως του αυτοκράτορα. Χάος! Πολυάσχολος ων ο βασιλεύς, αφ’ ενός λόγω του βεβαρημένου προγράμματος της διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας και αφ’ ετέρου λόγω πρωτοκόλλου το οποίο αποτελεί κώλυμα ως προς την ταχεία διεξαγωγή ορισμένων διαδικασιών, τις περισσότερες φορές καθυστερεί να προσέλθει στο ναό. Τι γίνεται σ’ αυτή την περίπτωση; Πως οι ιερωμένοι θα παρατείνουν τον χρόνο της Λειτουργίας ώστε ο αυτοκράτορας να μην καταστεί ετεροχρονισμένος; Τίνι τρόπω θα κωλυσιεργήσουν χωρίς αυτό να γίνει άμεσα αντιληπτό απ’ το εκκλησίασμα; Η απάντηση και λύση -χωρίς να είναι η μοναδική- είναι το προαναφερθέν «κράτημα τεριρέμ». Οι επαναλαμβανόμενες αυτές συλλαβές αποτελούν στάση αναμονής για την επικείμενη συνάντηση κορυφής αλλά και ηχητικό κόκκινο χαλί κατά κάποιο τρόπο στο οποίο θα πατήσει ο αυτοκράτορας. Βέβαια, οι Πατέρες της εκκλησίας δεν ήταν ανόητοι να φυτέψουν ασυναρτησίες ανάμεσα στα τροπάρια και στις δοξολογίες. Φρόντισαν συνεπώς η στάση αυτή να έχει θεόπνευστο χαρακτήρα και να είναι τεχνηέντως επενδεδυμένη με Θείους συμβολισμούς. Έτσι δημιουργήθηκε το «κράτημα τεριρέμ» το οποίο συνοδεύεται από πολλές θεωρίες ως προς το τι ακριβώς συμβολίζει. Σε τόσο βαθιά νερά δεν καταδύθηκα ούτε πρόκειται να το κάνω, υπόκειται στη δική σας κρίση και διάθεση να το πράξετε.

απ' το ιστολόι όπως πρίν

Επίσης:

Όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, ιδιαίτερα όμως οι φιλακόλουθοι, έχουν ακούσει πολλές φορές να ψάλλεται, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας ή και άλλων ιερών ακολουθιών ένα μακρόσυρτο μουσικό μέλος, χωρίς λόγια, το γνωστό ως «τερερέμ». Πρόκειται για συλλαβές χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο που χρησιμοποιήθηκαν δίκη κειμένου σε έντεχνα, ιδιαίτερων τεχνικών και φωνητικών απαιτήσεων, μαθήματα της βυζαντινής μουσικής, καλοφωνικές, μελισματικές, όπως λέγονται, συνθέσεις και κρατήματα. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιήθηκαν και άλλα πλέγματα συλλαβών. Απ’ όσους άκουσαν ή κατά καιρούς ακούνε το συγκεκριμένο μουσικό μέλος, θαρρώ πως ελάχιστοι είναι εκείνοι, οι οποίοι γνωρίζουν τον βαθύτερο συμβολισμό και τι μυστικό νόημα πίσω από το θαυμάσιο αυτό μουσικό μέλος, που αποτελεί ταυτόχρονα και γλυκύτατο ευχάριστο άκουσμα, όταν εκτελείται σωστά από καλλίφωνους διακόνους του εκκλησιαστικού αναλογίου. Πολλοί το θεωρούν επίδειξη μουσικής τεχνικής δεξιότητας και ικανότητας, άλλοι το ονομάζουν «νανούρισμα» του Χριστού από την Παναγία μητέρα Του, όταν ήταν ως άνθρωπος βρέφος, ενώ δεν αποκλείονται κι’ εκείνοι οι οποίοι το θέλουν ως κλαυθμυρισμό του «μικρού Ιησού». Άλλοι τέλος δίνουν διαφορετικές ερμηνείες που στηρίζονται σε ακροβατικούς ευσεβείς συλλογισμούς.

απο έτερο ιστολόι

Πράγματι, μεταξύ χριστιανορθόδοξων ερευνητών (χρειαζόμαστε λήμμα-ομπρέλα για το πιό σύντομο ανέκδοτο), κυκλοφορεί η άποψη οτι η λέξη φιλοδοξεί να προσομοιώσει, ή μάλλον (για να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους!), αναπαράγει πιστά αγγελικές «άναρθρες φωνές». Για μπόλικη χάρντκορ θολούρα περι αυτού, πασπαλισμένη με «αποδείξεις» βασισμένες απροκάλυπτα σε αριθμολογίες και πορτοκαλισμούς, παραπέμπω εκεί, απ' οπου και παραθέτω ενδεικτικά τα εξής, για να σπάσει το χειλάκι μας:

[...] «Πού βρήκαμε και πήραμε την άναρθρη φωνή με το «Τεριρέμ» και την χρησιμοποιούμε στη Θεία Λατρεία μας»; Η απάντηση είναι απλή [ςικ]. Οι ίδιοι οι Προφήτες μας πληροφορούν, ότι άκουσαν φωνές στον Ουρανό « ως φωνήν υδάτων πολλών » (Ψαλμός 92, 4 Ιερεμίας 28, 51, 16 – Ιεζεκιήλ 1, 24 κ.λ.π.). Και αυτό είναι βέβαιο, διότι καθώς η φωνή και ο χτύπος (δηλαδή ο θόρυβος) του νερού, είναι ή-χος (χτύπος), μα δεν είναι λόγος έναρθρος, έτσι και οι Άγγελοι έψαλλαν, με άρρητη (άναρθρη) φωνή. Αυτό άλλωστε, μας το δηλώνει και ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, ο οποίος ανέβηκε – όπως μας λέει καθαρά – «έως τρίτου Ουρανού» και μας πληροφορεί στην Β΄. προς Κορινθίους Επιστολή του ιβ΄. Κεφ. Παρ. 4, ότι εκεί «ήκουσεν άρρητα ρήματα, ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσει». Δηλαδή, άκουσε μέλος και αρμονία, δίχως λόγια (λέξεις). Το «Τεριρέμ» κατά την συμβολική Θεολογία, δεν σημαίνει τίποτ’ άλλο ή δεν στοχεύει σε τίποτ’ άλλο, παρά στο ακατανόητο της Θεότητος. [...] Αυτή την άναρθρη φωνή, επισημαίνει και ο θεσπέσιος Δαβίδ, όταν λέει στον 41ο Ψαλμό, παρ. 4 «ήχος εορταζόντων». Δεν εννοούσε φωνή, λόγο ή ρήμα, αλλά ήχο, χτύπο. Δηλαδή φωνή μοναχή και μέλος. Απ’ όσα άκουσαν οι Προφήτες, δεν ξεχώρισαν παρά μόνο το « Αλληλούια ». Έτσι η Εκκλησία μας που τα γνωρίζει καλά όλ’ αυτά, για να μην στερηθεί ΚΑΙ των ρητών ΚΑΙ των αρρήτων, ψάλλει διπλά, με λόγια ρητά και με φωνές άρρητες. Με λόγια, ονόματα και ρήματα, απευ-θύνεται προς τους ανθρώπους, ενώ με τα άρρητα, δηλαδή με τον «Τερερισμό», απευθύνεται στην άρρητη Θεό-τητα. Αυτό γίνεται, γιατί δεν υπάρχουν άλλες λέξεις, πιο εκφραστικές και κατάλληλες στον ανθρώπινο λόγο, για να αποδοθεί το άπειρο μεγαλείο της Αγίας Τριάδος. Είναι λοιπόν ο «Τερερισμός», προέκταση της προσευχής του ανθρώπου και της Δοξολογίας του, προς τον Θεό. Αφού χρησιμοποιήσει και εξαντλήσει, όλα τα στοιχεία του ανθρώπινου λόγου, δηλαδή τους ύμνους και τη μουσική, που μεθοδεύει κατά επιστημονικό τρόπο, συνεχίζει το διάλογο με τον Ουρανό, με την «αμέθοδο μέθοδο» του «Τερερισμού».

Η απάντηση ήταν απλή μα την αλήθεια... Παρακάτω:

Τέτοια «Κρατήματα», αναφέρονται πολλά μέσα στους Αρχαίους λεγόμενους Κώδικες, οι οποίοι κοσμούν την Εθνική μας Βιβλιοθήκη και το Βυζαντινό Μουσείο των Αθηνών. [...] Από την Γραμματική της Μουσικής, του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, διαβάζουμε τα εξής : (1) Το «Τερερέμ», «Τοτοτό» και «Τιτιτί», καθώς επίσης και το «Νενανανές», μαζί με όλα τα υπόλοιπα μονοσύλλαβα, προτυπώνουν τις Αγγελικαίς Δοξολογίες, με σημαντικές και ασήμαντες λέξεις. Οι λέξεις αυτές, λένε : «Πρόσεχε άνθρωπε, σε ποιόν τόπο παρευρίσκεσαι, με ποιόν συνομιλείς (και εννοεί τον Θεό) και τι σιγοψάλλεις». Το «Τερερέμ». Η λέξη αυτή, προέρχεται από το «ΤΗΡΕΙ ΡΟΥ», που σημαίνει, πρόσεχε τη ροή της ζωής σου, η οποία τρέχει και ρέει σαν ποτάμι. Πρόσεχε πως αξιοποιείς το χρόνο σου, για να μη φτάσεις στη θάλασσα, σαν ποτάμι θολό, μελανιασμένο, φορτωμένο κρίματα, αλλά να βγείς ολοκάθαρο, αγνό, κρυστάλλινο, ηθικότατο και γεμάτο με έργα αγάπης και καλοσύνης. (2) Το «Τοτοτό», προέρχεται από το «ΤΟΤΕ». Τότε, όταν έλθει για σένα η Δευτέρα Παρουσία, θα είναι αργά. Πολύ αργά. Να συλλογίζεσαι το ΤΟΤΕ (δηλαδή την άλλη ζωή), τον Ουρανό, τον παράδεισο και πάντα να έχεις στο μυαλό σου «Εν ώ ευρεθεί τις, εν τούτω πορεύεται». Αν βρεθείς τότε με Εξομολόγηση, δάκρυα μετανοίας και Χριστιανική ζωή, τότε θα συνεχίσεις την ίδια μακάρια ζωή και στους Ουρανούς. (3) Το «Τιτιτί». Η λέξη προέρχεται από τι «ΤΙ ΤΙΝΙ», που σημαίνει, πρόσεχε τι θα δώσεις και σε ποιόν. Να χαρίζεις τριαντάφυλλα καλοσύνης, για να απολαμβάνεις το άρωμά τους. Να συγχωρείς απ’ τα βάθη της καρδιάς σου τους εχθρούς σου και να χαρίζεις στον συνάνθρωπό σου, γέλιο και χαρά.

Μετά την ανάλυση αυτή, οφείλουμε να επαναξιολογήσουμε και το ανάλογο ημέτερο λήμμα. Δίνει πάντως ο ιστολόγος και καναδυό χρήσιμες πληροφορίες:

[Α]ς δούμε τώρα, ποια είναι η περίπτωση που πρέπει να λέγεται, σύμφωνα πάντα με την Ορθόδοξη Μουσική μας Παράδοση. Το «Τεριρέμ» ή ακριβέστερα «Τερερέμ», έρχεται σαν συμπλήρωμα, σε διάφορα αργά μαθήματα της Βυζαντινής Μουσικής. Άλλοτε το συναντάμε στο τέλος των ψαλλομένων μαθημάτων και άλλοτε στη μέση. Σύμφωνα με τα θεσπισμένα απ’ την Αγιασμένη μας Παράδοση, δεν επιτρέπεται στους Ιεροψάλτες, να ψάλλουν αυτά τα «Κρατήματα» όπως λέγονται, όποτε και σε όποια στιγμή θέλουν αυτοί. Σύμφωνα με την μελέτη του Καθηγητή της Θεολογίας Κ. Ιωάννου Κωστάκη, οι κατάλληλες στιγμές της Θείας Λατρείας μας, που είχαν τη δυνατότητα ή «ευλογία» εάν θέλετε, να ψάλλουν τέτοια μαθήματα, ήταν αυστηρά προκαθορισμένες και συνοψίζονταν στις εξής: (α) Μετά την αναφορά αποκλειστικά και μόνο, του Ονόματος της Παναγίας Τριάδας. Δηλαδή, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. (β) Κατ’ εξαίρεση, μπορεί να γίνει χρήση του, μόνο για την Παναγία Παρθένο, όχι όμως για τους Αγίους ή άλλα πρόσωπα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Συγκεκριμένα, αναφέρονται οι περιπτώσεις χρήσεως του «Τερερέμ», ως εξής : (1) Στον Τρισάγιο Ύμνο, μετά το «Άγιος ο Θεός», «Τερερέμ». Μετά το «Άγιος Ισχυρός», «Τερερέμ». Μετά το «Άγιος Αθάνατος», «Τερερέμ». (2) Στον Χερουβικό Ύμνο, μετά την φράση «και τη ζωοποιώ Τριάδι», «Τερερέμ», καθώς επίσης και μετά την φράση «ως τον Βασιλέα των όλων», «Τερερέμ». (3) Μετά την φράση «Αινείτε τον Κύριον», «Τερερέμ». (4) Στο τέλος των Ψαλμών των Πολυελέων, εκεί που προστίθενται Τριαδικές εκφράσεις, όπως π. χ. «Η Υπεράρχιος Θεότης, Πατήρ ο αγέννητος, Υιός γεννητός και το Πνεύμα το εκπορευτόν», ύστερα ψάλλεται το «Τερερέμ». (5) Στην Ακολουθία του Εσπερινού, όταν ψάλλονται τα «Ανοιξαντάρια» και μετά από τις Τριαδικές αναφορές.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός/ή που πιστεύει πως κατέχει ένα αντικείμενο και συμπεριφέρεται (ντύνεται και μιλάει) σαν να είναι επαγγελματίας του είδους.

Επίσης, πιστευμένος είναι ο οπαδός μιας ιδέας, κινήματος κτλπ.

  1. Περνούσα χτες από πάρκο Γουδή και παίζανε οι ακαδημίες. Είχανε μαζευτεί όλοι οι πιστεμένοι μπαμπάδες με τα προπονητικά μπουφάν στην εξέδρα και είχαν σηκώσει τον τόπο. Πήρα και 'γω μια έψα απ΄τη καντίνα και άραξα για το τζέρτζελο.

  2. Εκεί που πίναμε καφέ Θησείο σκάσανε κάτι πιστευμένοι του Σώρρα και έκαναν έρανο για την αναβίωση των Παναθηναίων.

πιστεμένοι πιστεμένοι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified