Όταν κάποιος ξεφεύγει, παραφέρεται. Λαϊκιστί, όταν κάποιος τα παίζει (όχι απ' την κούραση).

- Δες τον Κώστα! Εδώ και μισή ώρα κουνάει το κεφάλι του περα δώθε να δει πότε θα ζαλιστεί!
- Πω, καλά! Έχει λαλήσει!

- Καλά, παίζεις μπάλα στο σπίτι σου όταν έχεις καλεσμένους; Έχεις λαλήσει μου φαίνεται...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι συνήθης χαρακτηρισμός άσχημων, μη περιποιημένων και γενικότερα ανθρώπων οι οποίοι έχουν κακή εξωτερική εμφάνιση και προκαλούν αποστροφή.

  1. - Πάρε δω κοπέλα, σαν ανάποδο γαμώτο είναι, που αυτοχαρακτηρίζεται και Princess τρομάρα της.

  2. - Βγήκατε ραντεβού μ' αυτήν την ωραία γκομενίτσα που γνώρισες στο Myspace; - Ναι, άσε, τελικά σαν ανάποδο γαμώτο είναι! Σκέτη φακλάνα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φράση με την οποία ο ομιλών δηλώνει πλήρη αδιαφορία προς το άτομο που απευθύνεται. Ενίοτε χρησιμοποιείται σε καταστάσεις στις οποίες ο ομιλών είναι αναγκασμένος να αδιαφορήσει για ορισμένα πράγματα.

  1. - Νομίζω πως είσαι τελείως βλάκας τελικά! - Σ' έκλανα!

  2. - Άντε, θα αργήσουμε στο μάθημα και θα μας φωνάζει ο καθηγητής! - Τον έκλανα κι αυτόν...

  3. - Βιάσου, θα αργήσουμε! - Μα, δεν θα αγοράσουμε αυτό που μας είπε ο Κώστας; - Τον έκλανα κι αυτόν, βιάσου σου λέω, πρέπει να είμαστε στην ώρα μας στο ραντεβού!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified