Μένω άναυδος / άφωνος / ενεός.
Κι εκεί που καθόμασταν ωραία και καλά γυρνάει και μου λέει ότι έχει φάει κόλλημα μαζί μου και μένω καρότο.
Μένω άναυδος / άφωνος / ενεός.
Κι εκεί που καθόμασταν ωραία και καλά γυρνάει και μου λέει ότι έχει φάει κόλλημα μαζί μου και μένω καρότο.
Βλ. και παθαίνω πλάκα, μένω κάγκελο / καγκελώνω, μένω κούκλα, μένω μαλάκας, μένω παγωτό, μένω πίπα.
Got a better definition? Add it!
Ο/η κάτοικος της Βόρειας Ελλάδας, κυρίως της Θεσσαλονίκης.
Ετυμολογείται από τη φράση «σε λέω, με λες», που αντικατοπτρίζει τη χρήση της αιτιατικής πτώσης του αδύναμου τύπου των προσωπικών αντωνυμιών σε ρόλο έμμεσου αντικειμένου (με, σε, τον/την/το) αντί της γενικής που χρησιμοποιείται στην Κοινή Νεοελληνική (μου, σου, του/της/του).
Ήταν μια σελεμελού, φίλε, σήμερα στο λεωφορείο και όταν δεν άνοιξε η πόρτα στη στάση για να κατεβεί φώναξε «Οδηγέ, με ανοίγεις λίγο από πίσω;».
Δες και θεσσαλονικιώτικα.
Got a better definition? Add it!