Μόνος. Χωρίς γκόμενα /-ο.
- Θα σκάσεις με την Μαρία το βράδυ;
- Όχι θα είμαι σόλο.- Παίζει καμιά γκόμενα αυτή την περίοδο;
- Μπα, Χαν Σόλο είμαι.
Μόνος. Χωρίς γκόμενα /-ο.
- Θα σκάσεις με την Μαρία το βράδυ;
- Όχι θα είμαι σόλο.
- Παίζει καμιά γκόμενα αυτή την περίοδο;
- Μπα, Χαν Σόλο είμαι.
Got a better definition? Add it!
Ευπροσάρμοστος απαξιωτικός χαρακτηρισμός που μπορεί να σημαίνει βλάχος, χαζός, ηλίθιος, άσχετος κτλ.
δες και τυρόβλαχος.
- Ααα, εδώ ήταν τελικά;
- Τύρο...
(Τηλεφωνική συνομιλία)
- Έλα ρε...
- Έλα τύρο, τι λέει;
Got a better definition? Add it!
Προτροπή να χάσεις κιλά, κυρίως γύρω της κοιλιακής χώρας (το λεγόμενο σωσίβιο).
Εμπνευσμένο από κάτι εξώφυλλα στο Men's Health του τύπου
Διώξε το σωσίβιο
Φάε καλά, χάσε κιλά κλπ
- Μαρία... κάψε το σωσίβιο.
Got a better definition? Add it!
Αυτός που χέζεται τόσο πολύ που δεν μπορεί να τα κρατήσει
Λέγεται και για τις λούγκρες επειδή εικάζεται ότι λόγο της σεξουαλικής τους δραστηριότητας...απλά δεν μπορούν να τα κρατήσουν.
Ευφημισμοί της τουαλέτας: Άη Γιώργης, ακράτητος, αποχωρητίζομαι, αρμέγω τη μονορώγα, αρμέγω τη σαύρα, βγάζω το φίδι από την τρύπα, βγαίνω, γεννητούρια, γραμμάτιο, είμαι ευάλωτος, θηρίο, θρόνος, καθαρίζω, κάθομαι, καλλιόπη, κάλπη, κουβέντα με το δήμαρχο, μέρος, μετράω χάντρες, μου χτύπησε βαλβίδα, μπαταριά, νούμερο δύο, πάω να αδειάσω τη βάρκα, πίπιρουμ, ρίχνω μια ψήφο, ρίχνω τον οβολό μου, σκοράρω, στέλνω φαξ / φαξάκι, συνάντηση με τον πρόεδρο, σύσκεψη, χαιρετάω τον ξάδερφο, χοντρό / κάνω το χοντρό μου, ψιλό / κάνω το ψιλό μου.
Got a better definition? Add it!
Για να δηλώσει ότι στο συγκεκριμένο μαγαζί, είμαι θαμώνας, έχω κάνει μεγάλους λογαριασμούς, πηγαίνω συνέχεια.
- Το Galea το έχω χτίσει ρε, έπρεπε να έχουν προτομή μου απ' έξω.
«Ίσα μωρή χαμούρα, εγώ τά 'χω χτίσει αυτά τα μαγαζιά» (Χάρυ Κλυνν).
Got a better definition? Add it!
Όταν θες να «πλασαριστείς», να πλησιάσεις δηλαδή μια γκόμενα.
Από το γνωστό συγκρότημα Placebo.
Υπάρχει και ο αντίστοιχος όρος, φτιαξίμπο, για εκείνον που τα έφτιαξε τελικά.
- Γαμώ τα μώρα εκείνη στη γωνία, πάω να γίνω πλασίμπο.
- Σωστός ο Τάκης, πρώτα γίνεται πλασίμπο με όλες και στο τέλος φτιαξίμπο με μια.
Got a better definition? Add it!
βλ. ράφι, το
Για να μη γίνεις χου όταν θες να πεις για μια κοπέλα, που μπορεί να την ξέρει κάποιος συνομιλητής, ότι θα μείνει ή ότι είναι στο ράφι.
Got a better definition? Add it!
Για να κάνεις γνωστό σε κάποιον ένα γεγονός το οποίο πρόκειται να τον εκπλήξει ή και να τον δυσαρεστήσει. Περιέχει αρκετή δόση σαρκασμού και γλαφυρότητας.
- Ευτυχώς δεν θα είναι ο Πέτρος το βράδυ, μου σπάει τ' αρχίδια
- Θα είναι, μάθε... και πάθε,
- Μάθε λοιπόν, και αντίστοιχα πάθε, ότι στα καζίνο του Βέγκας όντως δεν υπάρχουν παράθυρα, ούτε και ρολόγια στους τοίχους.
Got a better definition? Add it!
Απο το κασέρι.
Αναφέρεται σε μίζα από την οποία θα φάει πολύς κόσμος.
- Ο Γιάννης ανέλαβε να φτιάξει τη γέφυρα στο χωριό.
- Ε, ρε πόσοι θα φάνε από αυτήν την κασερόπιττα.
(αναφερόμενοι σε υπουργούς)
- Έλα μωρέ, όλοι από την ίδια κασερόπιττα τρώνε.
Got a better definition? Add it!
Από το αγγλικό Ape (πίθηκος). Κάποιος ο οποίος κάνει σαν πίθηκος συνήθως μετά από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
(κοιτώντας δυο φίλους πάνω στον καναπέ ενός κλαμπ)
- Έιπς...
Got a better definition? Add it!