Μόνος. Χωρίς γκόμενα /-ο.

  1. - Θα σκάσεις με την Μαρία το βράδυ;
    - Όχι θα είμαι σόλο.

  2. - Παίζει καμιά γκόμενα αυτή την περίοδο;
    - Μπα, Χαν Σόλο είμαι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ευπροσάρμοστος απαξιωτικός χαρακτηρισμός που μπορεί να σημαίνει βλάχος, χαζός, ηλίθιος, άσχετος κτλ.

δες και τυρόβλαχος.

  1. - Ααα, εδώ ήταν τελικά;
    - Τύρο...

  2. (Τηλεφωνική συνομιλία)
    - Έλα ρε...
    - Έλα τύρο, τι λέει;

Tyra Banks - η εξαίρεση! (από Vrastaman, 26/11/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προτροπή να χάσεις κιλά, κυρίως γύρω της κοιλιακής χώρας (το λεγόμενο σωσίβιο).

Εμπνευσμένο από κάτι εξώφυλλα στο Men's Health του τύπου

Διώξε το σωσίβιο

Φάε καλά, χάσε κιλά κλπ

- Μαρία... κάψε το σωσίβιο.

(από notheitis, 25/11/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Αυτός που χέζεται τόσο πολύ που δεν μπορεί να τα κρατήσει

  2. Λέγεται και για τις λούγκρες επειδή εικάζεται ότι λόγο της σεξουαλικής τους δραστηριότητας...απλά δεν μπορούν να τα κρατήσουν.

- Πώπω, είμαι ακράτητος. Που είναι η τουαλέτα;

- Η ΠΑΕ Ακράτητος ανακοινώνει την συνεργασία της με τον αθλητή Νίκο...πάω τουαλέτα.

- Έχεις πάει στο Pierro's;
- Εκεί είναι τίγκα στην ακράτεια ρε τι να πάω να κάνω;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Για να δηλώσει ότι στο συγκεκριμένο μαγαζί, είμαι θαμώνας, έχω κάνει μεγάλους λογαριασμούς, πηγαίνω συνέχεια.

  1. - Το Galea το έχω χτίσει ρε, έπρεπε να έχουν προτομή μου απ' έξω.

  2. «Ίσα μωρή χαμούρα, εγώ τά 'χω χτίσει αυτά τα μαγαζιά» (Χάρυ Κλυνν).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν θες να «πλασαριστείς», να πλησιάσεις δηλαδή μια γκόμενα.

Από το γνωστό συγκρότημα Placebo.

Υπάρχει και ο αντίστοιχος όρος, φτιαξίμπο, για εκείνον που τα έφτιαξε τελικά.

- Γαμώ τα μώρα εκείνη στη γωνία, πάω να γίνω πλασίμπο.
- Σωστός ο Τάκης, πρώτα γίνεται πλασίμπο με όλες και στο τέλος φτιαξίμπο με μια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

βλ. ράφι, το

Για να μη γίνεις χου όταν θες να πεις για μια κοπέλα, που μπορεί να την ξέρει κάποιος συνομιλητής, ότι θα μείνει ή ότι είναι στο ράφι.

  1. - Αυτή είναι παντρεμένη;
    - Μπα, ραφαέλα είναι.

  2. - Αυτές όλες είναι μπάζα ρε, το μεσαίο τους όνομα είναι ραφαέλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Για να κάνεις γνωστό σε κάποιον ένα γεγονός το οποίο πρόκειται να τον εκπλήξει ή και να τον δυσαρεστήσει. Περιέχει αρκετή δόση σαρκασμού και γλαφυρότητας.

  1. - Ευτυχώς δεν θα είναι ο Πέτρος το βράδυ, μου σπάει τ' αρχίδια
    - Θα είναι, μάθε... και πάθε,

  2. - Μάθε λοιπόν, και αντίστοιχα πάθε, ότι στα καζίνο του Βέγκας όντως δεν υπάρχουν παράθυρα, ούτε και ρολόγια στους τοίχους.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απο το κασέρι.

Αναφέρεται σε μίζα από την οποία θα φάει πολύς κόσμος.

  1. - Ο Γιάννης ανέλαβε να φτιάξει τη γέφυρα στο χωριό.
    - Ε, ρε πόσοι θα φάνε από αυτήν την κασερόπιττα.

  2. (αναφερόμενοι σε υπουργούς)
    - Έλα μωρέ, όλοι από την ίδια κασερόπιττα τρώνε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το αγγλικό Ape (πίθηκος). Κάποιος ο οποίος κάνει σαν πίθηκος συνήθως μετά από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

(κοιτώντας δυο φίλους πάνω στον καναπέ ενός κλαμπ)

- Έιπς...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified