Ρήμα που χρησιμοποιείται κυρίως στην Πελοπόννησο, και σημαίνει πεινάω πάρα πολύ, είμαι νηστικός.

Χρησιμοποιείται περισσότερο σε αόριστο και σε παρακείμενο χρόνο. Αόριστος: ξεπίτησα
Παρακείμενος: έχω ξεπιτήσει

ps: Δεν κατάφερα να βρω ετυμολογία της λέξης, δεν είμαι καν σίγουρος ότι γράφεται έτσι, είναι άξιο αναφοράς επίσης ότι ο γούγλης δεν το φέρνει καν σαν αποτέλεσμα!

Οποιος ξερει περισσότερες πληροφορίες για τη λέξη, ας συνεισφέρει.

  1. Γιαγιά: - Πού χάθηκες όλη μέρα παλικάρι μου;
    Εγγονός: - Άσε ρε γιαγιά, έτρεχα όλη μέρα, δουλειές με φούντες στο πανεπιστήμιο.
    Γιαγιά: - Κάτσε να σε φιλέψω λίγες λαλαγκίδες που έφτιαξα, θάχεις ξεπιτήσει όλη μέρα.

  2. - Θα φάμε τίποτα ρε ξάδερφε; Ξεπιτήσαμε όλη μέρα.
    - Έχεις δίκιο, θα κόψω μια ντομάτα χαραχτή να φάμε τάκα τάκα και συνεχίζουμε.

για το τελευταίο αυτό ζήτημα, βλ. σχόλια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται στη Μεσσηνία σε γεγονότα όπως γλέντια, γιορτές και λοιπές εκδηλώσεις και σημαίνει αναποδογύρισμα (π.χ. τραπεζιών, καρεκλών κλπ).

Κατ' επέκταση η λέξη τουρνόκωλα υποδηλώνει το πιώμα-μεθύσι, το τσαλάκωμα και γενικότερα την επιτυχία του γλεντιού χωρίς αναστολές, όχι και μή.

  1. - Καλά του αγιωργιού θα γίνει χαμός στη γιορτή μας. Θα το κάψουμε
    - Τουρνόκωλα όλα ρε, δε θα μείνει τίποτα όρθιο.

  2. - Είχαμε πάει χτες στο Prive, μιλάμε φύγαμε μπουσουλώντας από το μαγαζί...
    - Έλα ρε φίλε, χαμός δηλαδή;
    - Άσε, σου λέω, τουρνόκωλα όλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λαϊκή μεσσηνιακή ρήση που τη χρησιμοποιούμε όταν απαντάμε καταφατικά σε (προφανή και ενίοτε ειρωνική) ερώτηση - διαπίστωση του συνομιλητή μας.

Με αυτή τη φράση επιβεβαιώνουμε την ερώτηση - διαπίστωση χωρίς να αφήνουμε περιθώρια για το αντίθετο, και ταυτόχρονα προσπερνάμε το ειρωνικό ύφος της ερώτησης απαντώντας σε ανάλογο τόνο.

  1. ...επιστρέφοντας ο Σταύρος από την εκκλησία το μεγάλο Σάββατο της Αναστάσεως, κουβαλώντας το χαρμόσυνο μήνυμα, περνάει και από το καφενείο του χωριού όπου τα «αλάνια» πίνουν το κρασάκι τους αμέριμνοι.

    - Τι έγινε ρε Σταύρο; Αναστήθηκε;
    - Αλλά, τι έκανε κανέ μου;

  2. - Τι θα γίνει με σένα ρε ξάδερφε; Κάθε 3 μέρες είσαι ταξιδάκι στο εξωτερικό....
    - Τι να κάνω ρε ξάδερφε, ταξιδευω όσο μπορώ...
    - Ταξιδιώτη του μήνα θα σε κάνει η Aegean!
    - Αλλά, τι κάνω κανέ μου...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η λέξη προέρχεται από το βούρλο (είδος φυτού από το οποίο κατασκευάζονταν διάφορα σκεύη). Κατ' επέκταση χρησιμοποιείται και στις περιπτώσεις που συνδέουμε / περνάμε με κλωστή ένα αντικείμενο.

Στα μεσσηνιακά όμως, χρησιμοποιείται και για να υποδηλώσει βιασύνη να ολοκληρώσουμε μια πράξη όπως-όπως, τάκα-τάκα, έστω και ανορθόδοξα, χωρίς να μας νοιάζει η ποιότητα του αποτελέσματος ή ο τρόπος με τον οποίο φτάσαμε σε αυτό.

1ο παράδειγμα
- Ρε γιώρ, τα ρούχα σου είναι όλα στον καναπέ παρατημένα χύμα, θα μπει κανάς άνθρωπος σπίτι και θα μας παρεξηγήσει
- (.... χτυπάει το κουδούνι η θεία από τον 1ο όροφο)
- Γρήγορα να μαζέψουμε τα ρούχα, ήρθε η θεία!
- Οκ θα τα διπλώσω και θα τα βάλω στη ντουλάπα.
... αρχίζει να τα διπλώνει ένα ένα αργά αργά και τα βάζει στη ντουλάπα...
- Ρε μπούρλιασέ τα μέσα και έλα να ανοίξουμε στη θεία που περιμένει!

2ο παράδειγμα
- Πρέπει να παραδώσουμε τον κώδικα στο πελάτη σήμερα, εκκρεμεί όμως το social media integration. - Εψαξες στο ιντερνετ να βρεις κανα παραδειγμα;
- Βρήκα ένα καλό παράδειγμα κώδικα, αλλά θέλω να διαβάσω τι κάνει πριν τον βάλω
- Ρε μπούρλιασέ τον μέσα να τελειώνουμε να πάμε σπίτια μας

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται σε καταστάσεις όπου κάνουμε κάτι επαναλαμβανόμενα, χωρίς σταματημό ή για να υποδηλώσουμε τη μεγάλη ποσότητα κάποιου πράγματος.

Μεσσηνιακό ιδίωμα.

- Καλά μιλάμε ξάδερφε γίωρη, την άλλη βδομάδα ξεκινάω την καλοκαιρινή μου άδεια. Θα κατέβω κάτω χωριό. Θα πάει το ξύσιμο γόνα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται στην Πελοπόννησο, και θα πει πειράζω, ενοχλώ κάποιον, συνήθως με περιπαιχτική διάθεση και όχι κακοπροαίρετα. Επίσης αναφέρεται και σε πράγματα, όταν τα πειράζουμε ή ψάχνουμε να δούμε πώς δουλεύει ένα αντικείμενο.

Συνώνυμα: σγκαρλάω.

  1. - Πού 'σαι ρε σώγαμπρε; Τι λέει η ζωή στο γυναικοχώρι; χαχαχαχα
    - Καλά είναι, προσπαθώ...
    - Γιατί τον τσιγκλάτε τον άνθρωπο ρε παιδιά;

  2. - Προσπαθώ να καταλάβω πώς δουλεύουν αυτό το μαραφέτι που αγοράσαμε.
    - Μην τα τσιγκλάς μωρέ και χαλάσουν...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνώνυμο του ρήματος γαργαλάω.
Αόριστος: γαρτίλησα.

- Γιατί είσαι αναστατωμένος ρε ξάδερφε;
- Άσε Γαβρίλο, κάτι ένιωσα να με γαρτιλάει πιο πριν, λες να 'ταν καμιά αράχνη;
- Και τι σκιάζεσαι ρε φίλε; Στην Αυστραλία ζούμε;;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified