Χρησιμοποιείται σαν έκφραση για να δηλώσει ότι γίνεται χαμός, πανικός.

- Έγινε της καραπουτανάρας στο γήπεδο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που του ρίχνουν σφαλιάρες. Ο σφαλιαροεισπράκτορας. Έκφραση εμνευσμένη από τον αγαπημένο κωμικό των παλιών ελληνικών ταινιών Αλέκο Τζανετάκο.

- Πέταξε μια βλακεία και τον κάνανε τζανετάκο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Βρισιές, μπινελίκια.

Τα άκουσε τα πουστλούκια απο το αφεντικό.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στο στρατό σημαίνει «Κέντρο Ψυχαγωγίας Μονάδων». Επειδή όμως στον συγκεκριμένο χώρο έχει μόνο άντρες, σημαίνει και το μέρος που είναι γεμάτο άντρες.

- Πάμε για ποτό σε εκείνο το μπαράκι;
- Όχι ρε, Κ.Ψ.Μ. είναι το μαγαζί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified