(ουσ.)
ύστατος + (αγγλ. flash = σηματοδότης).
Ο ασυνείδητος οδηγός που θυμάται ή συνηθίζει να ανάβει τον σηματοδότη (φλας) ένα ή δύο μέτρα πριν τη στροφή.
Παραλίγο να γίνει καραμπόλα γιατί ο μπροστινός ήταν υστατοφλάστης.
(ουσ.)
ύστατος + (αγγλ. flash = σηματοδότης).
Ο ασυνείδητος οδηγός που θυμάται ή συνηθίζει να ανάβει τον σηματοδότη (φλας) ένα ή δύο μέτρα πριν τη στροφή.
Παραλίγο να γίνει καραμπόλα γιατί ο μπροστινός ήταν υστατοφλάστης.
Got a better definition? Add it!
Published
Ο ατζαμής οδηγός, ο επιρρεπής στα ατυχήματα, κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα πεζών και οδηγών.
- Τα έμαθες για τον Τάκη; Αφού τον έκοψαν 8 φορές στις εξετάσεις οδήγησης, τελικά στην 9η πήρε το δίπλωμα. Τώρα του αγόρασαν και αμάξι και θα το παίρνει για να μάθει σε πραγματικές συνθήκες. - Ωχ, δηλαδή βγήκε ο χάρος παγανιά από δω και πέρα; Να μας λέει πότε θα βγαίνει να μένουμε μέσα εμείς!
Βλέπε και ο φονέας των δρόμων, καυλοτίμονος, καυλόγκαζο, γκαζοφονιάς
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
ο φουσκωτός τύπος που έχει κάνει το αμάξι του club λαϊκών τραγουδιών και ενοχλεί περαστικούς με την μουσική στην διαπασών.
-
Got a better definition? Add it!
Published
Υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τους ταξιτζήδες.
Αφορά αυτούς που χρεώνουν ό,τι θέλουν, σε αφήνουν όπου τους βολεύει, παίρνουν διπλό και τριπλό δρομολόγιο και γενικά είναι αγενείς και απότομοι.
Έψαχνα μια ώρα για να βρω ένα ταξί να με πάει στον σταθμό. Αγανάκτησα με τους κιτρινιάρηδες! Ο ένας δεν τον βόλευε το δρομολόγιο, ο άλλος ήταν άδειος και δεν σταμάταγε, τελικά μπήκα σε έναν που είχε ήδη πελάτη και με άφησε 2 τετράγωνα πιο μακριά από το σταθμό... Άσε, πίκρα.
Δες επίσης και κίτρινη φυλή, κίτρινη φάρα, Ομάρ Ταρίφ, Ομάρ, ταρίφα-ταρίφα, ταρίφας, ταριφιάτικα, ταριφιές, τάριφμαν, ταριφόσκυλο, ταριφόσκυλος
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Αυτός που οδηγεί πολύ ανυπόμονα μέσα στην κίνηση, κολλάει στον μπροστινό του, μαρσάρει, σπινιάρει, βγαίνει δεξιά-αριστερά, ανάβει φώτα, κάνει τέλος πάντων ό,τι μπορεί για να αποδείξει ότι όλοι όφειλαν να βρίσκονται στο σπίτι τους ώστε να οδηγεί ελεύθερος στον δρόμο, μόνος. Αν όμως βρεθεί μόνος του δεν κάνει τίποτε απ' όλ' αυτά. Άρα είναι απλώς άλλος ένας τύπος που επιδιώκει την προσοχή μας με τον τρόπο του.
- Ποιος σου την έριξε εδώ; (δείχνει τον πίσω προφυλακτήρα)
- Μου είχε κολλήσει ένας καυλοτίμονος στην Σταδίου μες την κίνηση και για να του την σπάσω το κοκάλωσα, να πέσει πάνω μου και να με πληρώνει, το αρχίδι.
Βλέπε και ο φονέας των δρόμων, καυλόγκαζο, γκαζοφονιάς, χάρος
Got a better definition? Add it!
Ο τερματοφύλακας που οι έξοδοί του αποτυγχάνουν παταγωδώς.
Συνώνυμο: μεσολογγίτης
- Ρε που βγαίνει ο χαρταετός, ρεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε.
Δες ακόμη τερματοτύφλακας, τρύπας.
Got a better definition? Add it!
Περιγραφικός όρος που μπορεί να χαρακτηρίσει τρία πράγματα.
1ον. Γυναίκα κοντή και άσχημη με έντονη και δυσάρεστη μυρωδιά.
2ον. Μανιώδης καπνιστής (πάσης φύσεως ουσιών). Μετατρέπει το περιβάλλον γύρω του σε τοπίο που η φωτιά μοιάζει να έσβησε πριν λίγα λεπτά.
3ον. Τύπος μικρομεσαίου αυτοκινήτου «πενταετίας και βάλε», του οποίου ο κάτοχος φιλοδοξεί και ευελπιστεί να γίνει κάγκουρας. Δεν έχει υποστεί μετατροπές στον κινητήρα αλλά εξωτερικώς θυμίζει το υπέρ-φωταγωγημένο χριστουγεννιάτικο δέντρο που στολίζουν τα Jumbo στις γιορτές (το αστέρι δεν είναι απαραίτητο αλλά ενίοτε υπάρχει και αυτό). Χαρακτηριστικότερο όλων, η αλλαγμένη εξάτμιση («μπουρί») η οποία έχει το μέγεθος μικρού παιδιού. Εξαιτίας αυτού, το εν λόγω αυτοκίνητο βρυχάται αδιάκοπα, δίνοντας σου την αίσθηση ότι υποφέρει με αποτέλεσμα να το λυπάσαι. Επειδή λοιπόν «μπουρί» έχουν οι σόμπες, το συγκεκριμένο όχημα κερδίζει επάξια το χαρακτηρισμό «σόμπα».
1ον - Ρε φίλε, ούτε κοντά της δεν μπόρεσα να πλησιάσω. Σόμπα σου λέω.
2ον - Ρε Μήτσο, έλεος, τόσο νέφος ούτε στη Σταδίου. Σόμπα κατάντησες.
3ον - Έλα μεγάλεεε, για τράβα τη σόμπα να παρκάρουμεεε…

Got a better definition? Add it!
Ο οδηγός της Κυριακής. Το είδος του ανθρώπου που, όταν ξημερώσει η πολυπόθητη μέρα, φορτώνει το αυτοκίνητο του (συνήθως sedan-μαούνα) με τη γυναίκα του, τα δυο του παιδιά, το σκύλο του, την πεθερά του, το φίκο απ'το σαλόνι κι άλλα τιμαλφή και «βγαίνει βόλτα να ξεσκάσει».
Οδηγάει με 20 χλμ/ώρα στην Αθήνα (και τους περιφερειακούς σ'αυτήν δρόμους) θαυμάζοντας τα λιγοστά δέντρα, τα σπίτια, τους κάδους του Δήμου Αθηναίων και άλλα αξιοπερίεργα, δημιουργώντας πίσω του μια τεράστια ουρά αυτοκινήτων που οι οδηγοί τους αναρωτιούνται αν τελικά έκαναν λάθος και είναι στο δακτύλιο πρωί Δευτέρας.
Αν δώσετε πολλή προσοχή, μπορεί να ακούσετε και τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνουν τα νεύρα όταν σπάνε.
- Άντε ρε κυριαγόοοοοο, ξημερώσαμε βρεεεεεεε!!!
Got a better definition? Add it!
Η νεοεμφανισθείσα συνομοταξία πλασμάτων που κυκλοφορούν μόνο σε ολιγομελείς ομάδες και απαρτίζονται πάντοτε από: 1 άντρα με τουπέ, 1 γυναίκα απαραιτήτως ξανθιά, επίσης με τουπέ, μικρή ποικιλία παιδιών, 1 τζιποειδές τροχοφόρο με κίνηση 4x4. Τα πλάσματα αυτά πολλαπλασιάζονται επικινδύνως και ενδημούν σε εύκρατα κλίματα, ειδικά δε σε ήσυχα και σχετικά άσπιλα μέρη της φύσης, τα οποία φυσικά παύουν να είναι ήσυχα και άσπιλα μόλις ενσκήψουν οι τζιπηγένειες. Ας τονιστεί ότι στις τζιπηγένειες τα πόδια είναι διακοσμητικά και δεν λειτουργούν, γι' αυτό οι καημένες πρέπει να πηγαίνουν ώς την άκρη της λίμνης, της θάλασσας, του βουνού με το τζιποειδές τουτού τους.
Ορισμός σαφής.
Πηγή: Πλαθολόγιο, εκδ. Intro 2007, του Λύο Καλοβυρνά
Got a better definition? Add it!
Το πανούργο και ηθικά επαίσχυντο άτομο που, κατά την αναζήτηση ταξιού, πάει και στέκεται δέκα μέτρα πιο πάνω από σένα στο δρόμο, ώστε να σταματήσει πρώτος το ταξί.
Ο ......., που συνελήφθη σήμερα για τη ληστεία, είναι σεσημασμένος ταξιδύτης.
Πηγή: Πλαθολόγιο, εκδ. Intro 2007, του Λύο Καλοβυρνά
Got a better definition? Add it!