Selected tags

Further tags

"Να μάσω", αντί για την προστακτική "να μαζέψω".
"Μάστα", "μάστε" αντί "μάζευ' τα", "μαζέψτε", κλπ.

Ψες, μπονόρα-μπονόρα, πήα στο κάμπο να μάσω λάχανα, και σε δυο ώρες γέμισα δυό παληές ντεμέλες. εδώ

Είχα και μια γκόμενα παλιά που όταν ήθελε σεξ μου έλεγε "μάσε τα ρούχα και έλα στην κάμαρη" (εδώ)

Ναι ρε μπορεις να σκύψεις να μάσεις τα σκατα του σκυλου σου με στυλ μωρη βρωμιαρα....ουστ (εδώ)

Έχουμε και τη γιαγιά με το αλτσχάιμερ, άκουσε για πάγωμα ρευστότητας κι έχει μάσει 30 μπουκάλια νερό (εδώ)

Να τα μάσετε και να πάτε για ύπνο όλοι. Αφήστε εμένα να ξενυχτάω που θα μου
´ρθει ο λογαριασμός στο τέλος. #gelioi (εδώ)

Μάστε τα τιμόνια απ τους μπαρμπάδες

μάσε τα τσόλια..φεύγουμε. -για πού? -somewhere in California

Στο Antinews άρθρο κάπως θετικό για τον Καραμανλή: Οι ηρακλειδείς προσπαθούν να μάσουν τον τραχανά που άπλωσαν μαζί με τον αρχηγό τους (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καλιαρντή λέξη εκ των λέξεων της ρομανί džal, džala, džal-tar που σημαίνουν φεύγω. Τζαστικό σημαίνει φευγιό, φυγή, διώξιμο και λέγεται συνήθως ως αβέλω τζαστικό δηλαδή φεύγω, παίρνω δρόμο, την κάνω, την κανά.

  1. Θα σας αβέλωνα πιασμάν τώρα μωρή γκαζοζού, αλλά εντός ολίγου πρέπει να αβελώσω τζαστικό. (Από το μπου).
  2. Ωρα να βουέλω τζαστικο. Ουψα και στο λατσοδίκελμα. (Από το μπου).
  3. εξκιούζμι τώρα αλλά αβέλω τζαστικό γιατί έχω ραντεβού μ’ένα κέκ στη παραλία που έχει όλα τα δόντια του. (Αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

εκεί που μιλάγαμε, έφυγε πατησιώτικα

Φεύγω χωρίς να χαιρετήσω, πουλεύω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified