Απόδοση από ποντιακά σε ελλαδικά: ο βαρύψωλος γαμάει μια φορά.

Χρησιμοποιείται όταν κάποιος σου φέρεται μπαμπέσικα και προσπαθεί να στην ξαναφορέσει. Αντίστοιχο με το ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται.

- Ρε τον μπαγάσα μου ξαναζήτησε δανεικά αλλά ακόμη να μου δώσει αυτά που χρωστάει από πρόπερσι
- Του έδωσες;
- Όχι βέβαια, ο βαρυψώλτς μίαν γαμεί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified