Το αγγλοσαξονικό μαν ήρθε κι έδεσε με την έως τα μπούνια ελληνική σλανγκοπροσφώνηση ρε.

Το αποτέλεσμα είναι ένα νέας κοπής «δικέ μου», βαπτισμένο στα τρέντι νάματα της χιπχόπ.

  1. Πω ρε μαν υπαρχουν ακομα νεολαιοι που θα ψηφησουν ΠΑΣΟΚ & ΝΔ..Γελαει ο ντουνιας ζωαααα (τοιουιτάρισμα)

  2. Δημαρχάρα, θεός ρε μαν! Τι κι αν είχε μπλε, κόκκινους, κίτρινους κάδους! Ο Δήμος Πύργου έχει ένα απορριμματοφόρο για όλα τα είδη κάδων! (εδώ)

  3. Σουλεϊμάν σου λέω ρε Μαν! Σουλεϊμάν….
    (εκεί)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το εγγλέζικο «I don't know», «δεν ξέρω». Μαγκιόρικη έκφραση, προφέρεται αγρόσυρτα και σταθερά, με σιγουριά, όχι επιθετικά. Δείχνει αδιαφορία, απαξίωση για τις μικρές (στη ματιά του ομιλητή) λεπτομέρειες, ξεγνοιασιά, και αναδίνει μια ζεστασιά για τη ζωή και τα σημαντικά πράγματα σε αυτή. Γιατί η άγνοια είναι ευτυχία.

- Και τι θα γίνει λες; Θα πιάσουν τόπο οι σπουδές και τα χαρτιά μας ή τσάμπα παιδευόμαστε τόσα χρόνια; Θα βρούμε καμιά δουλειά σχετική ή θά 'μαστε συνέχεια από 'δω κι από 'κει;
- Αρονόου...

(από marooned, 30/01/12)Πάντα ξεκάθαρος στα μηνύματά του ο Ozzy (από marooned, 31/01/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified