Το χάσιμο που βρίσκεται κάποιος. Η τρέλα, το ταράκουλο λόγω κάποιου συμβάντος ή λόγω κούρασης.

  1. Έχω πάθει ψυχολογικό λαλά από την κούραση.. η μέρα ήταν πολύ φορτωμένη, πάω για ύπνο.

  2. Έχω πάθει ψυχολογικό λαλά για πάρτη της και εκείνη με δουλεύει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έχω λαλήσει, έχω σαλτάρει, έχω πάθει λαλά, ταράκουλο και τραμπάκουλο ένα πράμα, τραγουδώ ♪♫ τραλαλά ♪♫ καθώς με κυνηγάει με την απόχη ο συμπαθής κύριος με την λευκή ποδιά.

Οι λαίουρες και οι τετρατριχοτόμες γιαλόμες προκρίνουν το ψυχικό τραλαλά.

- Η αριστοφανική λέξη (...) έχει καταγραφεί στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες. Ο editor αρνείται να την δεχτεί ολόκληρη, παθαίνει ψυχικο τραλαλά και βάζει διαστήματα. Ιδού: «λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκ ρανιολειψανοδριμυποτριμμα τοσιλφιολιπαρομελιτοκατακ εχυμενοκι-χλεπικοσσυφοφαττοπεριστερ αλεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγ κλοπελειολαγωοσιραιοβαφητ ραγανο-πτερυγών»
(εδώ)

- Είναι γεγονός, μάγκες μου, ότι ο ιμπεριαλισμός τρέμει. Έπαθε ψυχολογικό τραλαλά με τα αυξημένα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ. Η Κάγκελα Μέρκελ πάσχει εδώ και δέκα μέρες από ιλίγγους, κεραυνός έπεσε στο αεροπλάνο που μετέφερε τον Ολάντ...
(εκεί)

- Δεν θα πρέπει κάποιος επιτέλους να πληρώσει για το ψυχολογικό τραλαλά που περνάει όλη η Ελλάδα; (παραπέρα)

(από Khan, 06/02/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified