Τρίτο μέρος της τριλογίας βάζω / τοποθετώ / μπαίνω. Προφανώς σημαίνει «συνουσιάζομαι».

Με δεδομένη τη (σωστή) θεωρία του Φρόυντ ότι όλα σ' αυτήν τη ζωή γίνονται για το σεξ, καταλαβαίνει κανείς γιατί η τριλογία αυτή αποτελεί ταυτόχρονα και την Αγία Τριάδα του καθημερινού σλανγκίζειν.

  1. — Πήγες ταμείο χτες με τη Μαρία;
    — Φίλε, πρέπει να στήσουν ανδριάντα στο πουλί μου. Στην αρχή μπήκα μαλακά, αλλά μετά έβαλα αργά και δυνατά.

  2. — Καλά ρε, γιατί μιλάς σ' αυτήν την κωλόχοντρη;
    — Μάγκα, σημασία έχει να μπεις. Άλλωστε, σβησθείσης της λυχνίος πάσα γυνή ομοία.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπαίνω στο κομπιούτερ μου, δηλαδή λογκάρω σε αυτό. Επίσης, συνδέομαι στο διαδίκτυο ή σε κάποια ιστιοσελίδα.

- Βράσταγκιρλ: Μην με ενοχλείς, μπαίνω στο κομπιούτερ.
- Βράσταμπόϋ [πανικόβλητος]: Αν μπεις στο κομπιούτερ, εγώ τι αδελφούλα θα έχω;
(πραγματική συνεννόηση κλαρίνο μεταξύ Βράστακιντς)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified