Γιά δές, που θα μας πεί και γκέηδες... Πάντως εγώ το κόλλησα απο την ανιψιά μου (δημοτικό) (όχι τραγούδι).
Και γαμώ τα διαμαντάκια. Κούκλος.
Οι Κύπριοι είναι γνωστοί, εκτός από τα γαϊδούρια, και για τα ωραία μάτια των γυναικών τους.
Η λέξη καλιά σήμαινε, παλαιότερα, φωλιά πουλιών, καλύβα, γενικότερα το σπίτι. Στην εκκλησιαστική υμνωδία αναφέρεται: «ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων», το επαναλαμβάνει ο Παπαδιαμάντης στο διήγημά του Τ’ αγνάντεμα. Συνηθίζεται και σήμερα για τον μεταστάντα να επαναλαμβάνεται η φράση «απέπτη εις την άνω καλιάν των Αγγέλων». Όλα αυτά με κάνουν να πιστεύω ότι η φράση «πάω καλιά μου» ερμηνεύεται καλύτερα με τα: πάω στη φωλιά μου, στο καλύβι μου, στο σπίτι μου, αποχωρώ - φεύγω από εδώ. Σάββας Παύλου
< τουρκ. işkence = βασανιστήριο
Βλέπε και Χρήστος Άχρηστος
Ειδικά στα βαπορίσια
Ναυτικός που πρόσφατα έχει αναλάβει υπηρεσία, δόκιμος, νεοσύλλεκτος ναύτης (και στο ΠΝ), μούτσος.
«Ουτε τζοβενιλίκια καλά-καλά δεν έκαμε. Στους τρείς μήνες τον βαφτίσανε ανθυποπλοίαρχο»
« ...και τον πιάσανε οι τζιτζιραίοι οι μιτζιραίοι οι τζιτζιμιτζιχοτζιρέοι και του δώσαν ξύλο τζιτζιρέικο μιτζιρέικο τζιτζιμιτζιχοτζιρέικο» η συνέχειά του.
Επίσης απαντάται και «ο τζίτζιρας ο μίτζιρας οτζιτζιμιτζικότσιρας»
Στο πρώτο πλοίο που μπαρκάρησα, είχε πλήρωμα Έλληνες, Φιλιππινέζους και Ινδονησιάνους. Οι Φ. και οι Ι. όταν τσακώνονταν βρίζονταν στα ελληνικά. Κάποια φορά σε ένα ψιλοκαυγά ακούω ένα λαδά να βρίζει: «pousti, ...gamisou, ...panagia sou, ...proi-proi, ...kristo sou» και απόρησα: «Το πρωί-πρωί είναι βρισιά;» Μετά έμαθα ότι κάθε πρωί οι λαδάδες, καθαριστές κλπ της μηχανής έλεγαν στο 2ο μηχανικό «Good morning Chief» κι εκείνος τους απαντούσε «Α γαμίσου πρωί-πρωί» οπότε το πέρασαν στη μνήμη σαν ελληνική βρισιά
Ευχαριστώ dryhammer για το ινσεψιόμηδο! Η ταπεινή μου γνώμη είναι να ανεβάσεις ως συμπληρωματικούς ορισμούς το ξεβράκωτη, όπως και το αρχιδοσπάστης, που σαν Μότο-σλανγκ κυριολεκτικά τα σπάει!
Και η παροιμία (βτς να μή συγχέεται ο χωριάτης με τον χωρικό) «(Ο) Χωριάτης, κι άγιος κι αν γενεί, σκατένια δόξα θά 'χει»
«Όποιος δε(ν) θέ(λει) ν' ακού(ει) σφυριές, στον ατσίγγανο δεν πά(ει)» (παροιμία)
Βλ. και νεοτάξ.
Από ορισμένους (ιδιωματισμός της πόλης κι όχι χωριών) στα χιώτικα τσούρουγλας
kapagini buldu (ανορθόγραφα αλλά δεν έχω τουρκ. πληκτρ.)= βρήκε το καπάκι του.
Κάτι σαν mumbo-jumbo δλδ
Χωρίς να λαμβάνω θέση, απλώς να αναφέρω ότι οι πρώτοι που βγάζει ως μουνόφατσες ο γούγλης (σε σχόλια διαδικτυακών χρηστών) είναι ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, ο Τζάστιν Μπίμπερ, ο Γιάννης Στουρνάρας, και κάποιοι άλλοι που δεν έχω καταλάβει ποιοι είναι, όπως στο πρώτο παράδειγμα.
ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΤΣΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟ ΕΔΩ ΣΤΗ ΘΑΣΟ ΛΕΜΕ ΤΣΙΡΟ ΤΑ ΣΚΟΥΜΠΡΙΑ ΤΑ ΗΛΙΟΚΑΥΤΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΤΑ ΑΝΟΙΓΟΥΜΕ ΣΤΑ ΔΥΟ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΕΜΑΜΕ ΑΠΟ ΕΝΑ ΣΧΟΙΝΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΞΗΡΑΝΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΣΙΡΟΣ
Tencere Ο Τέντζερης
yuvarlandi εκύλησε (βλ. γιουβαρλάκια)
kapagini στο καπάκι
buldu ήρθε (γκέλ μπουρντά=καλώς ήλθατε)
Τό 'λεγε ο μπάρμπας μου (βαστώ και από πρόσφυγες)
Κι εγώ με την έννοια του «ορθάνοιχτα» το ξέρω. Και σαν ουσιαστικό, συνώνυμο της σκηνής.
Με την αντίθετη έννοια του βερεσέ το «γράφτο κάτω απ' το σφουγγάρι» σβήστο, (και πιό πολύ) ξέχνα το.
ασίστ : σφυρίζων
Πού 'σαι ρε εξόριστε ; :-)
Του Αγιού Γιωργιού = Hidirellez, εξ ου και το γνωστό άσμα Εντερλέζι από τον Καιρό των Τσιγγάνων.
Μόνο τούτο: Κατα τη γιαγιά μου την Πρόσφυγια, το πανηγύρι του Αγιού Γιωργιού στη Σμύρνη, το κάναν οι Δερβίσηδες. (Περί ιδρύσεως του τάγματος, Νεοπλατωνικοί, τ' ανάλια κλπ κλπ έχουνγράψει πολλοί)
Η δίπους επί κόλω; no!
Μπαρμπ-είο πήρε και η barbue μπάρμπι τση γιουροβυζιόνε.