Η λέξη μαζεύω προέρχεται από το αρχαίο ὁμαδεύω, δηλαδή συγκεντρώνω. Βάζοντας την λέξη «τις» μπροστά, εννοούμε πως μαζεύουμε φάπες, κλωτσιές, μπουνιές, μάπες κ.ο.κ. - που είναι όλα θηλυκού γένους, όπως λ.χ. η κλωτσοπατινάδα. Ωστόσο η φράση «τις μαζεύω» συνδυάζεται και με λέξεις που ανήκουν σε άλλο γένος (πχ «κουτουλίδι» βλ. παράδειγμα).

- Ο νεοναζί τις μάζεψε τελικά.
- Σοβαρά; Τι έγινε δηλαδή;
- Την ώρα που τραμπούκιζε έναν πακιστανό στα φανάρια, βγήκε ένας οδηγός και τον άρχισε στα κουτουλίδια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δάκρυα υποκριτικά, με σκοπό την συγκίνηση ή/και παραπλάνηση. Όταν δηλώνεις πόσο λυπημένος/στεναχωρημένος είσαι, κοιτάς το πάτωμα, βαριαναστενάζεις και ξεφυσάς - μα από μέσα σου πανηγυρίζεις και χαζογελάς.

Δυο καθηγητές πήραν τηλέφωνο την αστυνομία, για να έρθουν τα ΜΑΤ και να δείρουν τους φοιτητές. Ύστερα ανακοίνωσαν πως: «Με μεγάλη μας λύπη ως Συμβούλιο Ιδρύματος αναγκαστήκαμε χθες, Δευτέρα 8/7/2013, να καλέσουμε την αστυνομία». Ήταν πράγματι «μεγάλη η λύπη τους» ή μήπως είναι κροκοδείλια δάκρυα;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified