Εκ του αγγλικού choke, πνίγομαι, ασφυκτιώ. Χρησιμοποιείτε όταν κάποιος κομπλάρει, κολλάει, κολώνει και δεν φέρει σε πέρας την (όποια) αποστολή του. Οφείλεται συνήθως σε ψυχολογικούς λόγους, φυσικά σε παθητική φωνή διότι το παθαίνεις.

Τσόκαρε ρε συ ο Μπάμπης, εκεί που χλάτσωνε για πλάκα τα τρίποντα δεν έβαλε τίποτα και γαμήθηκε η φάση, χάσαμε…

'Ηταν να την πέσει στην γκόμενα ο Λάκης αλλά τσόκαρε ο μαλάκας και πήρε τα αρχίδια μου (του)

Got a better definition? Add it!

Published

Το άγευστο ρόφημα, το νερωμένο, αλλιώς και ξέπλυμα. Συνώνυμο των ήδη καταγεγραμμένων νερόπλυμα, νερομπούλι. Προφανώς ηχοποιημένη λέξη που περιγράφει γλαφυρά τη (μη) πυκνότητα του υλικού και τον παφλασμό που δημιουργείται όταν το χύνουμε με αγανάκτηση…

-Μου έφτιαξε ρε μαλάκα ένα καφέ το Μαράκι χθες, σκέτο νερομπούτσι, θέλει και παντριές…

- Τι έγινε χθες Μαράκι με τον Παντελή;
- Αα! τον περιποιήθηκα, καφέ και μετά σεξ
- Ελα ρε, έβγαλε πολύ πράμα;
- Νερομπλούτσι...

- Τι λέει στο σλανγκ.τζιαρ;
- Ηρεμία γενικά, έφυγαν κάτι παλιοί, δεν τα εξηγούν καλά και οι νέοι, νερομπλούτσι φάση
- εεμμ, οι παρέες γράφουν ιστορία….

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει πιάνω τα όρια μου, το τερμάτισα, έφτασα στο αμήν. Μοιάζει ηχητικά και νοηματικά με το ντουμανιάζω και το τουμπανιάζω έχει δηλαδής μια εσάνς μεμψιμοιρίας και κακομοιριάς.

To περιφραστικό “πιάνω ταβάνι” μπορεί να έχει και θετική έννοια, όπως για παράδειγμα: έπιασε ταβάνι η επιστημονική μου εργασία, βρήκα το φάρμακο για τη μείωση τoυ αυνανισμού και θα κυκλοφορήσει σύντομα από τον ΝοnAvnax.

Το ξενόφερτο glass ceiling το φυλάμε για πιο ντελικάτες καταστάσεις μιας και πρόκειται για εμπόδιο ανέλιξης λόγω κοινωνικών διακρίσεων, φύλου κτλ, πράγματα που τα συζητάνε οι μορφωμένοι. Το ταβάνιασμα μπορεί να έχει πιο καθολικό χαρακτήρα, όλοι/όλες μπορούμε να ταβανιάσουμε.

Πω ρε μαλάκα ταβάνιασα με τη σχολή, τρελό διάβασμα χρειάζομαι ξεκούραση τώρα.

Ταβάνιασε η φάση με τη γκόμενα μαλάκα μου, με έχει πρήξει, ήμαρτον!

Got a better definition? Add it!

Published

Αντί του απλού ρήματος αντιδρώ, έχουμε μια φράση η οποία θα ήθελε να ακούγεται σοβαρή και λόγια αλλά είναι δυστυχώς απλά μια ελληνικούρα που συναντάται κατά κόρον σε αθλητικά σάιτς όπου θρύβουν τα ελληνικά εξέδρας,τα μεταφρασμένα αμερικάνικα κτλ. Συνήθως η αντίδραση “βγαίνει” απο μια ομάδα ή παίχτη (αν μιλαμε για ευγενή αθλήματα όπως τέννις) μετά από μια άσχημη περίοδο ασχέτως αν η αντίδραση έφερε τη νίκη ή όχι.

Έβγαλε αντίδραση ο Κεραυνός Κερατέας μετά το γκολ που δέχθηκε στο 75’, πίεσε και ισοφάρισε με σουτ στο 91’, μετά η είσοδος των φιλάθλων διέκοψε το παιχνίδι το οποίο δεν τελείωσε ποτέ.

Got a better definition? Add it!

Published

Aριθμός καρτοκινητού ο οποίος είναι δηλωμένο σε άλλο άτομο από τον τωρινό του χρήστη. Χρησιμοποιείται για την απόκρυψη παρανομιών όπως δεύτερη γκόμενα όπως επίσης και για ελάσσονες εγκληματικές ενέργειες (νονοί της νύχτας, απαγωγές κτλ). Επειδή όπου υπάρχει παρανομία υπάρχει και κέρδος, έχει στηθεί μια βιομηχανία παραγωγής σιμ καρτών με μη ανιχνεύσιμους δηλωμένους χρήστες συνήθως μετανάστες.

- Μαλάκα τσάκωσα πακιστανικό κινητό για να πάρω κωλ-γκερλ
- Tι κάνει ο άνθρωπος για να γαμήσει….

Got a better definition? Add it!

Published

Κοινώς οι ψεκασμένοι, τσιπάκια παντού, συνομοσία ερπετοειδών κτλ κτλ ο ψέκας σαν συντομογραφία προσθέτει λούμπεν πόντους στο ήδη καμένο (sic) και ψεκασμένο.

- Θα μας γεμίσει ο Μπιλ Γκέιτς τσιπάκια με τις μάσκες
- Ασε ρε μάλακα ψέκα, μας έχεις πρήξει με τις παπαριές σου
- Ναι ρε, αλήθεια είναι....

Got a better definition? Add it!

Published

Εν ολίγοις, αυτός που προσπαθεί να περάσει το μέσο όρο στο χόμπυ/πεδίο που τον ενδιαφέρει, συνήθως ερασιτέχνης και συνήθως σπασαρχίδης. 'Ενας επαγγελματίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιδοσάκιας. Ερασιτέχνης δρομέας με τα σούπερ ντούπερ ντράι φιτ φανελάκια και τα παπούτσια με γέλη, παρόλο που έχει αφιερώσει χρόνο, και θα μπορούσες να του δώσεις και ένα ρισπέκτ, σου σπάει τ’αρχίδια με τις χρονομετρήσεις κτλ κτλ. Θετικό επίσης ότι κρατιέται σε φόρμα και δεν έχει κάνει κοιλαρόνι, μπάκα στο πιο επιστημονικό, αλλά στα 45 προσέχει μην χάσει το παιχνίδι με τα γκομενάκια (συνήθως μικρότερα). Επίσης, κομπιουτεράδες που βάζουν τα ψηφιακά τούρμπο μπας και δουν τσόντα 5msec πιο γρήγορα θα μπορούσαν τα χαρακτηριστούν ώς επιδοσάκιδες-και στη μαλακία.

- Ρε τι μαλάκας αυτός ο δρομέας, πήρε φόρα και έπεσε στη λάσπη, χαχα -Επιδοσάκιας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

-Άσε ρε Κωνσταντίνε με τις φαντασιώσεις σου, όταν βγεις από τον κόσμο του Μarlboro θα δεις πόσο καριολάκι ήταν η Εύη και σε έπαιζε, το έτρωγε και από αλλού το παλούκι λουκ.

-Άσε με ρε μαλάκα και εσύ, πιάσε ένα τσιγάρο..

Στον κόσμο του Marlboro (ή ο κόσμος του Marlboro). Μια ουτοπία born in usa όπως μας την παρουσίασαν οι παλιές διαφημίσεις του Marlboro, γκαομπόυδες με θεληματικά πιγούνια, άλογα και γενικά ένας αέρας γουέστερν land of the free φάση. Η προσγείωση στην πραγματικότητα μπορεί να είναι σκληρή, το τσιγάρο σκοτώνει, τα άλογα όταν γεράσουν επίσης και οι γκαμπόυδες δεν είναι και τόσο άνδρες (πουστοαστείο)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γυναίκα ανάμεσα στα 45-60, με απλά λόγια ένα σιτεμένο μετα-μιλφ προς το προ-γκιλφ. Ο χαρακτηρισμός προιδεάζει για παρουσιάσιμη, σεξουαλική και ώριμη γυναίκα, είτε και όχι.

Παράδειγμα εδώ

-Τι έγινε Νικολάκη με την πουράτζα που σε γυρνόφερνε;

-Καλά μωρε, πέφτει κανάς φιρφιρίκος που και που

-Καβάτζα η πουράτζα δηλαδής

Παρ 2

Λέω και γω θα σκάσει το μιλφάκι από το γαμησοσαιτ και θα γίνει σκηνικό και σκάει τελικά μια πουράτζα, εντελώς θείτσα, έγινα λούης

Got a better definition? Add it!

Published

Παράδειγμα εδώ

Εκ του bottleneck, όπου η απόδοση ενός συστήματος ελαττώνεται λόγω ενός μικρού μέρους αυτού. Χρησιμοποιείται από κομπιουτεράδες κατά κόρον όπου κάρτες γραφικών, τσιπς κτλ ψιλογαμιούνται μεταξύ τους.

Got a better definition? Add it!

Published