Ορμόνη που εκκρίνεται από την ανεγκεφαλίτιδα ατόμων τα οποία κάνουν κατάχρηση του τηλεχειριστήριου. Προκαλεί ακατάσχετη όρεξη για «σκουπιδοφαγητά» με συνεπακόλουθη αύξηση του σωματικού βάρους.

Σήκω ρε απ'τον καναπέ και σβήσε την tv! Από την τηλεχοντρόλη έχεις γίνει 100 κιλά!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ίωση που προκαλείται απο τη συνεχή παρακολούθηση τηλεόρασης με θέμα τον Ζαχόπουλο και όλα τα παρεμφερή... Προκαλείται απο τον ιό Zachopoulitious Dividii και αντιμετωπίζεται με χορήγηση αγωγής απο άντι-Ζαχοπουλικούς ιατρούς.

Ουδέν σχόλιον.

Η ζαχοπουλίτιδα μεταδίδεται σεξουαλικώς (από Vrastaman, 29/07/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παιδική ασθένεια του σλανγκιστή, που αν μεν την περάσει σε πρόωρα στάδια της ανάπτυξης δεν είναι σοβαρή, αλλά αν την κολλήσει σε μεγάλη ηλικία μπορεί να του δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα.

Συνίσταται στο να κάνεις λογοπαίγνια κακής ποιότητας και μετά να λες αυτάρεσκα: «Καλό, έεε;», όπως ο Μάρκος Σεφερλής. Τα λογοπαίγνια είναι πολύ προφανή ή τραβηγμένα απ' τα μαλλιά, ή απλώς ανόητα και δεν αποτελούν παγιωμένη σλανγκ, οπότε η σλανγκική κοινότητα πρέπει να απαντήσει στο πάσχον από σεφερλίτιδα μέλος της: «Ceci n'est pas slangue!». Και γενικότερα, σε κάθε παρέα θα βρεθεί και κάποιος που θα πάσχει από σεφερλίτιδα.

Ο (υποθετικός) χρήστης Νέωψ ανεβάζει λήμμα «Έχουμε χάσει το μέτρο», με ορισμό: «Το λέμε όταν θέλουμε να μετρήσουμε ένα μέγεθος με μέτρο λ.χ. το ύψος μας, και δεν μπορούμε να βρούμε το μέτρο. Καλό εεε;». Σχόλιο: «Ceci n' est pas slangue! Ceci est σεφερλίτιδα!».

Αδιόρθωτος, ο χρήστης Νέωψ ανεβάζει λήμμα: «βύζα, η» και ορισμό: «Η άδεια παραμονής σε μια χώρα. Η μικρή άδεια παραμονής λέγεται «βυζάκι». Η μεγάλη άδεια παραμονής λέγεται «βυζάρα».
Σχόλιο: «Α, εσύ έχεις οξεία σεφερλίτιδα!».

(από Hank, 23/07/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified