Αρχικά του Εκ Λόγων Παρατεταμένης Αγαμίας. Αναφέρεται σε ιδιότροπη ή νευρωσική συμπεριφορά ατόμων με σεξουαλική αποστέρηση (γεροντοκόρες, άγαμοι κληρικοί κλπ).

- Τα νεύρα σου έχεις σήμερα πάτερ μου.
- Τι να κάνω κι εγώ. Ε.Λ.Π.Α. βλέπεις! (αυτοσαρκασμός!)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανάγνωση στα ελληνικά των αρχικών vd απο το Vlaho Deutsch. Χρησιμοποιείται για τους μετανάστες, κυρίως απο την γερμανία, που οταν έρχονται το καλοκαίρι πουλάνε μούρη αλλα στην πραγματικότητα δεν ξέρουν τι τους γίνεται.

Δες τον, τον βουντού! Φοράει το πέδιλο με άσπρες καλτσούλες!!!!

(από Khan, 18/10/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συντομογραφία της φράσης Για τον πούτσο παλικάρι (gia ton poutso palikari).

-Είναι τελείως άχρηστος, είναι gtpp.

Βλ. και gtb, GTP, gtpk.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φανατική Εκπρόσωπος Της Ασχήμιας

Χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μια γκόμενα εξαιρετικά άσχημη.

-Πώ ρε φίλε, τι φέτα ήταν αυτή; -Ποια φέτα ρε μαλάκα; Εγώ νόμιζα ότι πέρασε ο Κουασιμόδος!

Got a better definition? Add it!

Published

Δυο πλάτες. Ο χαρακτηρισμός αναφέρεται στην γκόμενα που δεν έχει καθόλου στήθος.

- Την είδες την Μαρία; Ωραίο γκομενάκι ε;
- Άσε με ρε, η κοπέλα είναι Δ.Π. - Δ.Π.; - Δύο πλάτες, μια πίσω και μια μπροστά. Πιο μεγάλο βυζί έχεις εσύ από αυτήν (αν υποθέσουμε ότι ο φίλος σας είναι λίγο χοντρούλης).

Βλ. και πλάκα, κόντρα πλακέ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το UFO (ελληνιστί: ΑΤΙΑ). Ο βλάκας λόγω αφηρημάδας, τόσο που λες πως δεν ανήκει στον γήινο και ανθρώπινο κόσμο.

Πληθ.: ούφα. Υπερθετικός: ουφάρα, ουφάκλα.

Είσαι μεγάλη ουφάρα! Πότε θα πάψεις να χαιρετάς αγνώστους στον δρόμο νομίζοντας ότι είναι γνωστοί;...

(από patsis, 06/03/11)

Βλ. και ούφο με σκούφο - και με φλογέρα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στο στρατό ο Εθελοντής Πενταετούς Υποχρεώσεως.

Υποτιμητικά: Επειδή Πεινάω Υπηρετώ.

-Κι άλλος Ε.Π.Υ. στο λόχο; -Τι να κάνουν και αυτοί... Επειδή Πεινάνε Υπηρετούν!

Got a better definition? Add it!

Published

Στο στρατό, ο Επαγγελματίας Οπλίτης.

Υποτιμητικά: Επειδή Πέινασα Ορκίστηκα Πάλι.

- Γέμισε ΕΠΟΠ το στρατόπεδο!
- Αστα να πάνε! Επειδή Πέινασαν Ορκίστηκαν Πάλι!

Βλ. και χεπχοπάς, ΕΠΟΠ ταξίαρχος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αρχικά του: Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός στο στρατό.

Υποτιμητικά: Δεν Είμαι Αξιωματικός ή Δεν Έχω Αξία.

-Ο Γεωργίου που είναι Δ.Ε.Α. έχει καμια εξουσία;
-Τίποτα δεν έχει σειρά! Το λέει και το όνομα: Δεν Είναι Αξιωματικός!

Got a better definition? Add it!

Published

Με μια λέξη, ο Στρατιώτης Πεζικού.

ΣΤΡΠΖ Νίκος Νικολάου, αιτούμαι 2ήμερη άδεια.

Got a better definition? Add it!

Published