Υβριστικός εναλλακτικός χαρακτηρισμός για το καμπέρι σε ένα βιντεοπαιχνίδι FPS (πχ Counter-Strike).

Το δεύτερο συνθετικό (-πουστα ή -πουστας) προφάνουσλυ από το πούστης, βλ. ομοίως αρχιδόπουστας, φλωρόπουστας κλπ.

Το πρώτο συνθετικό εκ της καβά(ν)τζας και αυτό, με τη σειρά του από:
α. Το ιταλικό gavazza = υπερβολικό ξεφάντωμα και, συνεκδοχικά, τα ποτά που φυλάμε/κρύβουμε για ένα ξεσάλωμα ή
β. Το ιταλικό cava = κάβα, υπόγεια αποθήκη.

- Πού είσαι;
- Lol!
- Πού είσαι ρε τελειωμένε, μίλα!
- Χεχε, έτσι ρε, ψάξε και λίγο!
- Τι θα γίνει τώρα, θα τρέχω σα τον μαλάκα πάνω κάτω στην πίστα για να βρω πού είσαι χωμένος; Βγες στο φως μωρή καβατζόπουστα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το καβάτζα και πούστης, ο κοινότατος ελληνικός χαρακτήρας που συνηθίζει να βολεύει τον εαυτό του είς βάρος των υπολοίπων.

- Ρε καβατζόπουστα φέρε μια μπύρα και κατά 'δω, που τις κρατάς όλες από το μέρος σου..

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που πηγαίνει όπου μπορεί κάθε στιγμή (πολλές φορές απρόσκλητος ή για άγνωστο διάστημα), ώστε να μην σπαταλάει δικούς του πόρους. Συνήθως, δεν ανταποδίδει και δεν προσφέρει τίποτα σε αντάλλαγμα ποτέ (ίσως κάτι εντελώς άχρηστο ή ανούσιο κατά διαστήματα για ξεκάρφωμα). Σχετικό του σκαλωμαρία, αλλά γενικότερο, με την έννοια του παρασιτικού βίου.

παράδειγμα Λέει η σύζυγος. Τόσο καιρό η μάνα σου, ένα καφέ δεν ήρθε να πιεί να ρωτήσει αν χρειαζόμαστε κάτι και τώρα που θέλει να κάνει δωρεάν διακοπές ήρθε ένα μήνα να μας δει που της λείψαμε, δεν σηκώνει πιάτο κι ούτε τις σερβίετες της δεν αγοράζει γιατί έχει 200ευρο και ποιός να της το χαλάσει. Την αγαπάω, αλλά είναι μεγάλος καβατζόπουστας.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο τύπος/η τύπισσα που καβατζώνει αναπτήρες.

Συνήθως, η λέξη χρησιμοποιείται σε θηλυκό γένος, δηλ. καβατζόπουστα.

Η διαδικασία καβατζώματος αναπτήρα είναι στάνταρ και είναι η εξής: αράζετε μαζί και κάνετε τσιγάρο, αυτός/ή ψάχνεται και δεν βρίσκει πάνω του φωτιά, ζητάει αναπτήρα, του/της δίνεις, ανάβει το τσιγάρο και, με γρήγορες κινήσεις, βάζει το χέρι του/της στην τσέπη. Αυτό ήταν, αποχαιρέτα τον αναπτήρα σου για πάντα.

Σε περίπτωση που ζητήσεις τον αναπτήρα σου πίσω, ο καβατζόπουσταςκαβατζόπουστα θα κάνει ότι δεν ξέρει τίποτα. Μάλιστα, ίσως σε προκαλέσει να τον/την ψάξεις κιόλας, αφού πρώτα επικαλεστεί τα θεία και ορκιστεί στη μάνα του/της.

- Ρε μαλάκα, που είναι ο αναπτήρας μου; Στον χέρι μου τον είχα πριν ένα λεπτό.
- Κι εγώ που θες να ξέρω, μωρέ μαλάκα;
- Ρε, τον καβατζώσες;
- Όχι ρε βλάκα, πας καλά; Στο ορκίζομαι. Ψάξ' τις τσέπες μου.
- Εσύ τον πήρες μωρή καβατζόπουστα; Δώσ' τον μου πίσω, δεν έχω άλλον.

Got a better definition? Add it!

Published