Η γυναικεία ευαίσθητη περιοχή, λόγω του ότι στην αγγλική του μετάφραση παραπέμπει ξεκάθαρα εκεί.

- Ρε Τζώνη, δε μου δίνεις λίγο την ηλιοπροστασία;
- Πάρε το υπόστρωμά σου, ρε!
- Δε γίνεται, αν το σηκώσω η σκηνή θα γεμίσει αρκούδια. Έχει καθαρό ουρανό σήμερα, ρε, και θα πάω να δείξω στην Κούλα τ' αστέρια.
- Και τι σε νοιάζουν τ' άστρα κι όραμα και ο καθαρός ουρανός, ρε, πύραυλο θα εκτοξεύσεις;
- Ναι ρε, με προορισμό το φεγγάρι, αγγλιστί!
- .........................

(Ο Τζώνης δεν έχει πάρει ούτε το Elementary της Palso)

- Κούλα, πάμε να μου δείξεις το φεγγάρι;
- Αμέσως!! (Αχ,είναι τόσο ρομαντικός. Σιγά μην ξανακούσω την Ελεονόρα που λέει ότι οι άνδρες έχουν συνέχεια «εκεί» το μυαλό τους!)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρονική περίοδος ακαθόριστης διάρκειας που τη χρησιμοποιούμε όταν εξιστορούμε τις εμπειρίες ή φάσεις της ζωής μας. Και καλά δηλαδή, το κάναμε κι αυτό, το ζήσαμε και το άλλο, το γευτήκαμε και το δείνα, όλα σε ανέμελους, χαλαρούς, και κουλ ρυθμούς, γιατί είμαστε λαρτζ τύποι και δεν μας πειράζει να μείνουμε ξέμπαρκοι (κάνα φεγγάρι) στο Νησί του Ροβινσώνα, χωρίς να παίζει ρόλο για πόσο ακριβώς.

Παίζει πολύ όταν αναφερόμαστε σε σχέσεις και εργασιακή εμπειρία.

  1. Πριν τα φτιάξω με την Κρίστυ, τα είχα με τη Λάουρα για ένα φεγγάρι.

  2. Πέρασα κι εγώ ένα φεγγάρι από την 33 ΤΑΞΥΠ.

  3. Σωστό νεκροταφείο αθλητών ο Θρύλος προ του Μπάγεβιτς! Μέχρι και ο Ρασίντ Γεκινί είχε παίξει στο Θρύλο για ένα φεγγάρι, αλλά σωστή μπάλα δεν είδαμε.

Βλ. και τέρμινο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified