Το πινελάκι στους πούστηδες σημαίνει ανεβοκατέβασμα της ψωλής στο εξωτερικό μέρος της κωλότρυπας του άλλου για πολλή ώρα.

Και πριν μου τον χώσει με πέθανε στο πινελάκι με την καβλάρα του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταφορική έκφραση που αναφέρεται στην ταλαντευόμενη κίνηση του πινέλου, υπονοώντας όμως σεξουαλική πράξη: η γυναίκα στήνεται δημιουργώντας ορθή γωνία και ο άνδρας χρησιμοποιεί το χέρι του σαν πινέλο, αγγίζοντας και τρίβοντας με τα δάχτυλά του τα χείλη του αιδοίου.

Περάσαμε ωραία με την Κωνσταντίνα χθες, όταν μάλιστα στήθηκε στο παράθυρο και τής έκανα πινελάκι πρέπει να κωλογούσταρε, αφού βόγκαγε διαρκώς.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Η φυσική ανάγκη κάθε έμψυχου όντος. Φανταζόμαστε τον μπιντέ μας ως έναν καμβά έτοιμο να καλλιτεχνίσουμε επάνω του.

- Πού σαι ρε μαλάκα;
- Κάτσε ρε πάω για πινέλο. Δεν προλαβαίνω.
- Δεν μπορείς να περιμένεις;
- Όχι, έφαγα κάτι μακαρόνια και μ' έχουνε πάει αιμα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Η παλινδρομική κίνηση του πέους επάνω στην κλειτορίδα λίγο πριν τη διείσδυση.

  2. Η παλινδρομική κίνηση του πέους επάνω σε άλλα μέρη του γυναικείου (ή ανδρικού για την... άλλη ομάδα) σώματος για πρόκληση πλήρους στύσης.

- Και τι έγινε μόλις άνοιξαν οι πόρτες; Μπήκες με φόρα;
- Όχι ρε μαλάκα... δούλεψα λίγο πινέλο πρώτα. Έτσι, για την καύλα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified