Είδος βατράχου, μεταφορικά η φουσκωτή κοιλιά.

Αυτός που έχει φτιάξει μπράσκα, λέγεται και μπρασκανίλος.

Aυτός από το καθισιό έχει φτιάξει μια μπράσκα άλλο πράγμα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάποια πολύ χοντρή ή κάποια που πίνει πολύ.

- Πολύ μπράσκα αυτή η γκόμενα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified