Το ξενέρωμα, η απογοήτευση, το πρόβλημα. Συνήθως το «τρώμε», αλλά πολλές φορές απλά εννοείται. Όσο πιο τραβηγμένο είναι το «ε» και το «ο», τόσο πιο μεγάλο είναι το πακέτο.

  1. - Πού χάθηκε ο Δημήτρης;
    - Έχει πέσει πολύ δουλεία στην εταιρεία που δουλεύει και αναγκάζεται να κάθεται στο γραφείο μέχρι αργά το βράδυ. Έχει φάει μεγάλο πακέτο.

  2. - Πω ρε φίλε, 4 πήγε η ώρα!
    - Σοβαρά;; Εγώ δουλεύω στις 9 το πρωί!
    - Πακεεεετοοοοο!!

(από xalikoutis, 22/05/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει «σε εμάς τα λες αυτά» ή «εμάς πας να κοροϊδέψεις». Το λέμε για να δείξουμε στον άλλον ότι έχουμε καταλάβει την μπλόφα ή το παραμύθι που πάει να μας πουλήσει.

- Έμαθα χτες με την Τζένη καταλήξατε σπίτι σου!
- Άσε φίλε τι να σου λέω τώρα, χαμός έγινε! Τι να σου λέω τώρα, πρέπει να μας άκουσε όλη η γειτονιά!
- Σεταμάς ρε Νικολάκη; Αφού μου είπε η Μαρία που της είπε η Τζένη πως δεν σου σηκωνόταν! Μην τα πουλάς σε μας αυτά λοιπόν!
- ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που τον έχουν όλη του κλότσου και του μπάτσου. Αυτός που δεν έχει ούτε το θάρρος να σηκώσει ανάστημα και να υπερασπιστεί τον εαυτό του και συνήθως γίνεται ο περίγελος της παρέας.

- Τον βλέπεις αυτόν εκεί; - Ποιον, αυτό το μπιλντέρι; - Ναι. Αυτός ήταν στο σχολείο μου. Σπασικλάκι, μαμμόθρεφτο. Του παίρναμε την τυρόπιτα, του κάναμε wedgie στα διαλείματα. Μεγάλος καρπαζοεισπράκτορας! Μετά που πήγε στο πανεπιστήμιο, ξέκοψε από όλους, ξεκίνησε τα γυμναστήρια, έκανε νέους φίλους και το 'παιζε πως στο σχολείο ήταν πρώτη μούρη!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κοροϊδευτικά: αυτός που κάνει body building και καταλήγει να έχει τόσους μυς που να μοιάζει με ντουλάπα. Ο σφίχτης ή σφίχτερμαν.

-Κοίτα εκεί την παρέα με τα μπιλντέρια! Είναι τρία άτομα και πιάνουν χώρο για έξι. Κανονικά δεν πρέπει να του αφήνουν να μπαίνουν σε μικρά μπαράκια! -Θα 'ναι κολλητοί του πορτιέρη, δεν τον είδες και αυτόν πως ήταν; Σφίχτης και αυτός.

(από jesus, 23/02/10)(από electron, 05/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο οπαδός του Ολυμπιακού, κατά τους οπαδούς του Παναθηναϊκού. Είναι η απάντηση των «πράσινων» στο «λαγοί» που τους αποκαλούν οι «κόκκινοι».

- Άντε ρε βαζελάκο που μιλάς κιόλας, τριάρα φάγατε την Κυριακή! - Κοίτα ρε που μας κουνιούνται και οι αρουραίοι, οι τελευταίοι της Ευρώπης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση πλέον ξεπερασμένη που χρησιμοποιείτο σε κόντρες και αγώνες ταχύτητας για να περιγράψει την κατάσταση πως ο άλλος αγωνιζόμενος προηγείται και εσύ, ο πίσω, τρως την σκόνη που αφήνει στο πέρασμά του.

-Είσαι για μια κόντρα; -Κόντρα; Με τι ρε, με την μπανιέρα που οδηγείς; -Καλά, κορόιδευε αλλά ετοιμάσου να φας την σκόνη μου.

Δες και ρίχνω, τρώω, πέφτω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πρόβλημα, το ξενέρωμα, η απογοήτευση, το πακέτο. Συνήθως την τρώμε ή την παθαίνουμε.

Έφαγα νίλα το πρωί. Είχα αργήσει για την δουλειά και δεν έπαιρνε μπροστά το αυτοκίνητο και έχουν απεργία και τα λεωφορεία. Ευτυχώς άργησε και το αφεντικό.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ξενέρωμα, η απογοήτευση, το πακέτο. Συνήθως την «τρώμε», αλλά πολλές φορές απλά εννοείται.

Είχε παρκάρει πάνω στην Ερμού και ο μισός έκλεινε ένα δρομάκι. Ε, γυρίζει να πάρει το αυτοκίνητο και του το είχε πάρει ο γερανός. Έφαγε μεγάλη ήττα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το «ωραίος», με την έννοια του «σωστός» και του «μπράβο».

- Έχω σπάσει το κεφάλι μου να θυμηθώ ποιος έπαιζε στο «Έλα να αγαπηθούμε ντάρλινγκ» εκτός από τον Ψάλτη! - Μα ο Γαρδέλης και ο Μιχαλόπουλος! - Αρουραίος!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η γυναίκα που λόγω των συχνών σεξουαλικών της επαφών, το αιδοίο της έχει αποκτήσει μέγεθος πηγαδιού. Αλλιώς και πηγαδομούνα.

-Την βλέπεις αυτή; Τρεις τρεις τους παίρνει του άντρες. Πηγάδω κανονική.

%

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified