Αυτός που είναι μεν καυλωμένος αλλά λόγω έλλειψης ερωτικής συντρόφου το ρίχνει στη μαλακία. Κατ' επέκταση δηλώνει τον άντρα που δεν έχει σχέση για μεγάλο διάστημα. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον μαλακοκαύλη (μαλακοκαύλης)

Ο Γιάννης έχει να βγει ραντεβού με γυναίκα πάνω από δυο χρόνια. Καυλομαλάκας κατάντησε.

Got a better definition? Add it!

Published

Το αποτριχωμένο - ξυρισμένο αιδοίο, το αιδοίο δηλαδή που δεν έχει τρίχες. Έτσι λέγεται επίσης και η αποτρίχωση του αιδοίου δηλαδή το "full brazilian".

Της κατεβάζω το στριγκάκι και βλέπω το υπέροχο μαδομούνι της.

. -Που είναι η Ελένη;

-Πήγε στην αισθητικό για μαδομούνι.

Got a better definition? Add it!

Published

Από τις λέξεις καυλαντίζω + δεινόσαυρος. Ο άντρας που καυλαντίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα με κάποια γυναίκα αλλά δεν προχωρά σε σεξουαλική πράξη μαζί της.

-Πως τα πάει ο Γιάννης με την Κατερίνα;
-Άσε ρε τον μαλάκα, ένα μήνα καυλαντίζονται κι ακόμα να την πηδήξει. Καυλαντόσαυρος κατάντησε.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που δεν μιλάει πολύ, ο λιγομίλητος.

Πήγαμε χθες με τον Γιάννη και την Μαρία για καφέ. Αυτός ο Γιάννης ρε φίλε, ζήτημα αν είπε δύο λέξεις, εντελώς βουβόκλανος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η φράση σαν να έχει άδικο ή έχει άδικο χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την άσχημη γυναίκα. Μάλλον προήλθε από το αντίθετο του ότι μια όμορφη γυναίκα έχει (για τους άντρες) πάντα δίκιο.

-Ο Γιάννης έχει αδερφή, το ήξερες;

-Άσε φίλε, την έχω γνωρίσει. Έχει άδικο...

Got a better definition? Add it!

Published

Συζητώ χαλαρά περί ανέμων και υδάτων με γυναίκα η οποία με έλκει ερωτικά. Η κουβέντα παραμένει αυστηρά σε φιλικό επίπεδο αλλιώς περνάμε στο επόμενο στάδιο που είναι το καυλαντίζω, καβλαντίζω.

-Γιώργο, πως πήγε η δουλειά σήμερα;

-Βαρετά. Ευτυχώς ήρθε η Μαιρούλα, κάναμε ένα τσιγάρο και χαζομούνιασα λίγο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η καυτή, σέξι γυναίκα που είναι όμως κοντή.

-Μουνάρα η Βάσω φίλε. Σεξοβόμβα! -Ε, όχι ακριβώς σεξοβόμβα, είναι κοντούλα. Σεξονάρκη είναι...

Got a better definition? Add it!

Published

Οι τρίχες πάνω από τα γεννητικά όργανα της γυναίκας, το τρίχωμα του αιδοίου.

Ο αέρας σήκωσε την φούστα της και επειδή δεν φόραγε βρακί φάνηκε για λίγο ο μπούφος της.

Got a better definition? Add it!

Published

Κατάσταση κατά την οποία σε κάποιο μέρος βρίσκονται συγκεντρωμένες πολλές ωραίες γυναίκες, η μουνοθύελλα.

-Πήγα χθες για καφέ στον πεζόδρομο. Χαμός γινότανε.
-Είχε κόσμο;
-Έπαθα πλάκα. full moon, φίλε. Δεν ήξερα προς τα πού να πρωτοκοιτάξω...

(από Khan, 22/09/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ανύπαντρη γυναίκα προχωρημένης ηλικίας (γεροντοκόρη) αλλά και η γυναίκα ανεξαρτήτου ηλικίας που δεν έχει σχέση γιατί δεν μπορεί να βρει σύντροφο.

- Ρε συ, τι κάνει η ξαδέρφη σου η Άννα; Χρόνια έχω να την δω. Παντρεύτηκε;
- Με τα μυαλά που κουβαλάει; Μπακουρόγατα κατάντησε.

(από Khan, 28/08/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified