Δηλαδή «την ξέντησα». Έκφραση των ανθρώπων του βουνού και της στάνης που απαντάται όμως και σε πιο σαλονάτες καταστάσεις.

Βλ. και ζγκατάψυξ και τγάμσα.

Γκζέντσα κι τγάμσα.

γκζέντσα κι τγάμσσα (από iwn, 24/11/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το γνωστό σέ όλους "κατά Τσοβόλαν" καλαμάκι. Ετυμολογία (για τυχόν αγνοούντες): "Αυτό που ρ'φαν", ήτοι "αυτό με το οποίο ρουφάν". Προτείνεται η καθιέρωση του όρου πανελλαδικώς, διότι ούτω πέως θα επιλυθεί η μεγίστη διχογνωμία Βορρά-Νότου, σχετικώς με το "καλαμάκι" και επί πλέον θα αποφευχθούν παρεξηγήσεις βήτα ή γάμα τύπου.

Έτσι αν τυχόν βρεθείτε σ' εκείνα τα μέρη και ακούσετε:

"Πιάσ'ένα Γιάννη που ροβουλάει μ' εφτά σκουμάρες και πουρφάν!"

θα ξέρετε ότι πρόκειται για "ένα Johnnie Walker με seven up και καλαμάκι".

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τρισύνθετη λέξη αποτελούμενη από τις: 1. μαϊμού 2. μούτζα 3. λούκι. Συναντάται περισσότερο στον πληθυντικό αριθμό και χρησιμοποιείται για να δηλώσει τα καραγκιοζιλίκια υπό τη συνοδεία κίνησης ή και στιγμιαίας πόζας, εκφράσεων προσώπου και γενικά προσποιητής γελοίας εικόνας που κατά βάθος κρύβει επιδειξιοπάθεια. Αυτός-ή που πράττει μαϊμουτζουλούκια είναι συνήθως ποζέρι και καραγκιόζ-μπερντές.

- ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΛ
- Ποιος το 'βαλε;
- Ρονάλντο... κάποιες φορές τα μαϊμουτζουλούκια εντός γηπέδων αποδίδουν. - Τι εννοείς «εντός γηπέδων»;
- Ότι τα κάνει και εκτός, για διαφημιστικές καμπάνιες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παχύρευστη ινώδης μάζα που επικάθεται στον αποχυμωτή -συνήθως μετά από στύψιμο πορτοκαλιού- ή/και στο ποτήρι σφρέσκου χυμού πορτακαλιού που έχει αργήσει να καταναλωθεί.

Άντε παιδί μου να πιεις τον χυμό σου... τουχλούπιασε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified