Αυτός που δεν προλαβαίνει να χύσει έξω.
- Γιατι εχει τα αυτιά κατεβασμένα ο Τάκης;
- Άσε άσε, τρεχει αεροπατερας, με τα τεστ εγκυμοσύνης είναι η γκόμενά του...
Αυτός που δεν προλαβαίνει να χύσει έξω.
- Γιατι εχει τα αυτιά κατεβασμένα ο Τάκης;
- Άσε άσε, τρεχει αεροπατερας, με τα τεστ εγκυμοσύνης είναι η γκόμενά του...
Got a better definition? Add it!
Καλό σεξ.
Φοβερός πουτσοδαμαστής η Όλγα.
Got a better definition? Add it!
Ο κακός εραστής.
- Είδα κι έπαθα μέχρι να μου τον βάλει ο αερογάμης!
Got a better definition? Add it!
Ο κωλομπαράς.
- Σκατοσπρώχτης ο δικός σου!
Got a better definition? Add it!
Ο πούστης.
- Γεμίσαμε τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρες στην τηλεόραση!
βλ. και τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα
Got a better definition? Add it!
Got a better definition? Add it!
Ο/Η έχων/έχουσα μακρόχρονη αποχή από σεξουαλικές δραστηριότητες. Κοινώς, ο αγάμητος.
Αρκτικόλεξο που σημαίνει Σύλλογος Επικινδύνων Λόγω Παρατεταμένης Αγαμίας.
- Ρε συ; Σ.Ε.Λ.Π.Α. κι ο Γιάννης; Πώς κάνει έτσι μόλις δει θηλυκό;
- Άσε, πρόεδρος και βάλε...
Got a better definition? Add it!
Αυτός που γουστάρει πολύ τα γυναικεία οπίσθια (ε, άμα είναι γκέι τα αντρικά...)
Αυτός που του αρέσει να κάνει πρωκτικό σεξ.
- Ω ρε μανίτσα μου, κοίτα έναν πάτο που έχει η γκόμενα!
- Α, εσύ είσαι μεγάλος κωλαράκιας!
- Το 'χω ανάγκη πολύ Αννίτα μου, από πίσω σου λέω... Εεε, άντρας είμαι, το θέλω!
- Σιγά ρε Κωνσταντίνε, ηρέμησε! Δεν τό'ξερα ότι είσαι κωλαράκιας!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Χαρακτηρισμός προσώπου ή κοινωνικής κατάστασης που δηλώνει υποταγή σε ανώτερα συμφέροντα.
Τι Ευρωπαίοι ρε Γιάννη... Ευρω-πέη έχουμε γίνει...
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified